Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρομπόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρομπόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Σε λιγότερο από μία δεκαετία οι μισοί δεν θα μπορούν να πάρουν σύνταξη

Την επόμενη δεκαετία ούτε οι μισοί από τους δικαιούχους δεν θα μπορούν να πάρουν σύνταξη, τονίζει σε κατηγορηματική και αποκαλυπτική δήλωσή του στο «ΠΑΡΟΝ» ο πρώην επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ και καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Σάββας Ρομπόλης, προειδοποιώντας... για κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος αν δεν γίνουν άμεσες παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα επιβεβαιώνει ότι από το 2015 θα συρρικνωθούν σε δραματικό επίπεδο οι επικουρικές συντάξεις και η κατώτατη σύνταξη θα μειωθεί κάτω από το ποσό των 360 ευρώ που προωθεί η κυβέρνηση.
Όπως σημειώνει ο Σ. Ρομπόλης, από το 2023 μέχρι το 2028 θα αρχίσουν να παίρνουν σύνταξη αυτοί που γεννήθηκαν την πενταετία 1960-1965. Και στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο γεννήθηκαν 770.000 άτομα. Εκτιμούμε ότι από αυτούς οι μισοί θα μπορούν να πάρουν σύνταξη. Ακόμη χειρότερα, οι γενιές που θα πάρουν σύνταξη έπειτα από 25 ή 30 χρόνια, δηλαδή οι σημερινοί 20άρηδες και 30άρηδες, αφού οι συντάξεις τους σε παρούσες αξίες θα είναι 460 ή 470 ευρώ αν έχει αυξηθεί το ΑΕΠ!

Μονιμοποιούνται οι περικοπές…
* Το νέο σύστημα που θα καθιερωθεί από την 1η Ιανουαρίου 2015 στην ουσία μονιμοποιεί και νομιμοποιεί τις μειώσεις που έχουν γίνει στις συντάξεις από το 2010 και μετά. Πριν από το 2009, ένας συνταξιούχος του ΙΚΑ με 35 έτη ασφάλισης και σε μια κλάση με περίπου 1.700-2.000 ευρώ εισόδημα, έπαιρνε κύρια σύνταξη 1.400-1.450 ευρώ. Μετά τις αλλαγές που καθιερώνονται από το 2015 θα πάρει 1.065 ευρώ!
* Από την 1η Ιανουαρίου του 2015 το κράτος θα χρηματοδοτεί τα 360 ευρώ και μετά θα λέει «τελειώσαμε, κάντε ό,τι θέλετε». Για αυτό έρχεται και ιδιωτικοποιεί την επικουρική ασφάλιση, είτε με τα επαγγελματικά ταμεία είτε βάζοντας «ρήτρα μηδενικού ελλείμματος εάν είναι ΝΠΔΔ».
Μας μένει ένας χρόνος!
Η κατάσταση έχει φτάσει ξανά σε οριακό σημείο!
Το αποθεματικό κεφάλαιο, μετά και το PSI, είναι μόνο 4,5 δισ. ευρώ, δηλαδή μπορεί να καλύψει μόλις δύο μηνών συντάξεις, κύριες και επικουρικές, επομένως το κύριο πρόβλημα είναι η ανασύσταση του αποθεματικού κεφαλαίου.
Το έτος κρίσης είναι το 2016 (πήρε παράταση μόλις δύο έτη παρά τις επώδυνες παρεμβάσεις), κατά το οποίο το σύστημα θα πρέπει να πάρει επιπλέον από τις εισφορές και την κρατική επιχορήγηση 950 εκατ. ευρώ. Το 2017 θα χρειάζεται 1,8 δισ. ευρώ, το 2019 επιπλέον 2,4 δισ. ευρώ, ενώ φτάνει, το 2023, στα 3,8 δισ. ευρώ, όπου τότε αρχίζει το φαινόμενο του «babe boom».

Προς εξαφάνιση οι επικουρικές!
Στην ερώτηση αν οι συγχωνεύσεις όλων των Ταμείων, κύριων και επικουρικών, στο ΙΚΑ, είναι η λύση στο πρόβλημα, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, σημειώνει:
«Με τη συγχώνευση των Ταμείων επικουρικής σύνταξης και προνοιακών παροχών δρομολογείται η μείωση και προετοιμάζεται το έδαφος για την ενοποίηση των παροχών κύριας σύνταξης προς τα κάτω.
Μια σειρά Ταμεία που σήμερα έχουν παροχές μεγαλύτερες του ΙΚΑ, θα κατατείνουν σε χαμηλότερα επίπεδα στα οποία βρίσκεται το μεγαλύτερο ασφαλιστικό ταμείο της χώρας. Επιπλέον, η ένταξη των επικουρικών στη νέα οργανωτικολειτουργική υπερδομή διαμορφώνει τους όρους σταδιακής ενσωμάτωσης των επικουρικών συντάξεων και του αποθεματικού τους κεφαλαίου στην κάλυψη των ελλειμμάτων της κύριας σύνταξης.
Αυτό σημαίνει σοβαρή υπονόμευση της αρχής της ανταποδοτικότητας από τη στιγμή που οι διαμορφούμενες παροχές θα είναι σημαντικά λιγότερες από το κεφάλαιο των εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών που καταβλήθηκε καθ' όλη την περίοδο του εργασιακού βίου.
Η στρατηγική αυτή θα επιδεινώσει περαιτέρω το βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων και αποσκοπεί στην κάλυψη του ελλείμματος από τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης, που σε σχέση με το 2009 αντιστοιχεί σήμερα σχεδόν στο 50%».
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Σε κοινωνικό κραχ οδηγεί η εκτίναξη της ανεργίας

Η εκτόξευση της ανεργίας των νέων έως 24 ετών στο πρωτοφανές ποσοστό του 42,5% (1 στους 2 νέους είναι άνεργος) αλλά και η επιβεβαίωση από τους πρώτους μήνες του 2011 του φαινομένου (για πρώτη φορά μεταπολεμικά) σύμφωνα με το οποίο οι οικονομικά μη ενεργοί είναι περισσότεροι των οικονομικά ενεργών θα επιβεβαιώσουν ότι «το κραχ της ανεργίας θα μετεξελιχθεί το αμέσως επόμενο διάστημα σε κοινωνικό κραχ» επεσήμανε μιλώντας στον Κρήτη Fm 101,5 και στην πρωινή ενημερωτική εκπομπή «Καφές και Σχόλια» με την Κατερίνα Πολύζου, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ και καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Σάββας Ρομπόλης.
Παράλληλα, ο κ. Ρομπόλης εξέφρασε τη δυσοίωνη βεβαιότητα ότι το πρώτο έτος σοβαρής κρίσης για το ασφαλιστικό σύστημα θα είναι το 2016: «Το 2016 θα είναι το πρώτο έτος κρίσης για το ασφαλιστικό. Για να πληρωθούν οι συντάξεις και οι υποχρεώσεις θα πρέπει να δοθούν επιπλέον 950 εκατομμύρια ευρώ το 2016, το 2017 1,4 εκ. ευρώ ενώ το 2018 2,5 εκ. ευρώ.
Επομένως για τις επόμενες δύο δεκαετίες το ασφαλιστικό σύστημα θέλει ιδιαίτερη φροντίδα όταν γνωρίζουμε καλά τις μεγάλες μειώσεις στην κρατική χρηματοδότηση που επιβάλλονται από τα μνημόνια».
Σε ότι αφορά την Ε.Ε., ο κ. Ρομπόλης εξέφρασε την πεποίθηση ότι είναι αναγκαία η δημιουργία ενός ευρύτατου κοινωνικού μετώπου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στους πολίτες της Ευρώπης, ενώ σε επίπεδο διαπραγματεύσεων θεωρεί ότι:
«Πρέπει να γίνει ένα μείγμα συλλογικών διαπραγματεύσεων, βελτίωσης του επιπέδου των μισθών, κινητοποίηση της ζήτησης, επαναδραστηριοποίηση του αχρησιμοποίητου παραγωγικού δυναμικού».


Πηγή: http://kritifm1015.gr/rompolis-anergia/
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Τα αποθέματα καλύπτουν μόλις δύο μηνών συντάξεις

Παρά τις άκρως επώδυνες μνημονιακές παρεμβάσεις και περικοπές, η «βόμβα» του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης παραμένει ενεργή.
Εάν, μάλιστα, δεν αλλάξει άμεσα η ασκούμενη πολιτική, θα σκάσει «κουρεύοντας» ακόμη περισσότερο τις συντάξεις και τις παροχές τόσο των υφιστάμενων όσο και των μελλοντικών συνταξιούχων, συμπαρασύροντας στον “Καιάδα” την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Όπως τονίζει στην “Εποχή” και στο δημοσιογράφο Νάσο Χατζητσάκο ο μέχρι πρότινος επιστημονικός επικεφαλής -και επί μια εικοσαετία το “μυαλό” και η “καρδιά”- του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ), ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου, Σάββας Ρομπόλης, το Ασφαλιστικό σε συνδυασμό με την ανεργία και την επέλαση των ελαστικών μορφών απασχόλησης έχει μετατρέψει το κράτος πρόνοιας σε “κράτος φιλανθρωπίας”.

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ
Ποια εικόνα παρουσίαζε το ασφαλιστικό όταν ξεκινούσε η πορεία σας στο ΙΝΕ και σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα;

Το 1990, όταν μπήκαμε στη διαδικασία συγκρότησης του Ινστιτούτου, το ασφαλιστικό ήταν ένα κατακερματισμένο σύστημα. Το μοντέλο που υπήρχε δεν μπορούσε να ικανοποιεί τους στόχους του. Έπρεπε να πούμε «είμαστε εδώ και θέλουμε να πάμε εκεί». Μέσα από διαδικασίες ελεγχόμενες, με μελέτες, και όχι με αυτό που έγινε μετέπειτα, με συγχωνεύσεις από τις οποίες κανείς δεν ξέρει τι έχει συμβεί και «τι μέλλει γενέσθαι».
Σήμερα, η κατάσταση έχει φτάσει ξανά σε οριακό σημείο. Κάναμε την πρόσφατη μελέτη για την περίοδο 2013 – 2050 από την οποία προκύπτει ότι το αποθεματικό κεφάλαιο, μετά και από το PSI, είναι μόνο 4,5 δισ. ευρώ, δηλαδή μπορεί να καλύψει μόλις 2 μηνών συντάξεις, κύριες και επικουρικές, επομένως το κύριο πρόβλημα είναι η ανασύσταση του αποθεματικού κεφαλαίου.
Το έτος κρίσης είναι το 2016 κατά το οποίο το Σύστημα θα πρέπει να πάρει επιπλέον από τις εισφορές και την κρατική επιχορήγηση 950 εκατ. ευρώ. Το 2017 θα χρειάζεται 1,8 δισ. ευρώ, το 2019 επιπλέον 2,4 δισ. ευρώ και φτάνει το 2023 στα 3,8 δισ. ευρώ, όπου τότε αρχίζει το φαινόμενο του «babe boom». Από το 2023 μέχρι το 2028 θα αρχίσουν να παίρνουν σύνταξη αυτοί που γεννήθηκαν την πενταετία 1960 – 1965. Και στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο γεννήθηκαν 770.000 άτομα.
Εκτιμούμε ότι από αυτούς οι μισοί θα μπορούν να πάρουν σύνταξη. Επομένως, το 2023, το ΣΚΑ θα έχει επιπλέον ανάγκη 3,8 δισ. ευρώ και το 2028 θα χρειάζεται 6,5 δισ. περισσότερα. Αν δούμε ταυτόχρονα και τις αποπληρωμές των δανείων που έχουμε μέσα στα υπό εξέταση έτη, διαμορφώνονται ανάγκες για την ελληνική οικονομία είτε προς τους δανειστές, είτε προς τους συνταξιούχους, αρκετών δισ. Ευρώ.

Στις συζητήσεις που είχατε με την τρόικα, αυτά τα δεδομένα εκτιμώ ότι τέθηκαν επί τάπητος. Ποια ήταν η αντίδραση τους;

Φυσικά, όλα τα δεδομένα τέθηκαν. Η απάντησή τους είναι ότι «δίνετε πολλά λεφτά». Ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη εμφανίζεται το 2050 στο 25% του ΑΕΠ (εμείς έχουμε επιφύλαξη επειδή οι μελέτες μας τη δείχνουν στο 17,5%) και, επομένως, δεν μπορεί μια χώρα να παράγει 100 ευρώ ΑΕΠ και τα 25 από αυτά να δίνεται για συντάξεις.
Αυτό είναι σωστό. Όμως, για να μην συμβεί αυτό, εκτός από το να μειώνεις το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, υπάρχουν και άλλοι τρόποι εξορθολογισμού. Όχι αυτό που γίνεται τώρα. Κεντρικός στόχος από το 1990 και μετά, ήταν η σταδιακή απόσυρση του κράτους από τη χρηματοδότηση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Από την 1η Ιανουαρίου του 2015 το κράτος θα χρηματοδοτεί τα 360 ευρώ και μετά θα λέει «τελειώσαμε, κάντε ό,τι θέλετε».

Καθιερώνονται οι χαμηλές συντάξεις
Την περασμένη δεκαετία, στο ΙΚΑ για παράδειγμα, κατά μέσο όρο συνταξιοδοτούνταν με 26,5 χρόνια ασφάλισης, Σήμερα, με τις ελαστικές μορφές απασχόλησης να κυριαρχούν, μετά από πόσα χρόνια εργασίας υπολογίζετε ότι θα βγαίνουν στη σύνταξη;

Αυτό το σύστημα που θα καθιερωθεί από την 1η Ιανουαρίου 2015, στην ουσία μονιμοποιεί και νομιμοποιεί τις μειώσεις που έχουν γίνει στις συντάξεις από το 2010 και μετά. Πριν το 2009, ένας συνταξιούχος του ΙΚΑ με 35 έτη ασφάλισης, και σε μια κλάση με περίπου 1.700 – 2.000 ευρώ εισόδημα, έπαιρνε κύρια σύνταξη 1.400 - 1.450 ευρώ. Μετά τις αλλαγές που καθιερώνονται από το 2015 θα πάρει 1.065 ευρώ!
Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο πρόβλημα. Θα έχουμε από τη μια τη βασική σύνταξη των 360 ευρώ, που θα μπορεί να αυξομειώνεται ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και την εξέλιξη του ΑΕΠ. Δίπλα θα έχουμε και την αναλογική σύνταξη.
Όταν τα προηγούμενα χρόνια έβαζε ο έλληνας νομοθέτης ότι θα υπολογίζεις για τη σύνταξη τα τελευταία δύο χρόνια, όπως γινόταν και σε άλλες χώρες, (μετά το έκαναν τα τελευταία 5 έτη, μετά τα καλύτερα 10, κ.λπ.) αυτό γινόταν ούτως ώστε η μείωση εισοδήματος σε περίοδο ανεργίας, ιδιαίτερα για τον ιδιωτικό τομέα, να μην μεταφέρεται και να μην επηρεάζει αρνητικά το επίπεδο της σύνταξης.
Τώρα, που η αναλογική σύνταξη θα διαμορφώνεται με βάση τα χρόνια ασφάλισης που θα έχει συγκεντρώσει ο καθένας, με δεδομένη την ευελιξία στην απασχόληση και, φυσικά, την αυξημένη σε πρωτόγνωρα επίπεδα ανεργία, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο θα είναι μειωμένες οι συντάξεις.
Υπολογίστε ότι για να επανέλθει στα επίπεδα του 2008 η ελληνική οικονομία χρειάζονται ακόμη 12 – 13 χρόνια. Οι γενιές που θα πάρουν σύνταξη μετά από 25 ή 30 χρόνια, οι σημερινές 20ρηδες και 30αρηδες, θα παίρνουν 460 ή 470 ευρώ κύρια, αν έχει αυξηθεί το ΑΕΠ και άλλα 500 ευρώ, δηλαδή γύρω στα 850 ευρώ.
Τόσο στην Ελλάδα όσο και στις Βρυξέλλες, οι αναφορές αφορούν στην ανεργία των νέων. Στην περίπτωση μας, όμως, ο ένας στους δύο ανέργους, στην Ελλάδα, είναι ηλικίας από 30 έως 55 ετών.

Σωστά. Αυτό είναι ένα δεύτερο μεγάλο διαρθρωτικό πρόβλημα. Παράλληλα, με το πρόβλημα του ασφαλιστικού, υπάρχει και ένα ακόμη θέμα που έχει ασχοληθεί η έκθεση του ΙΝΕ: με την ανεργία όσων είναι από 40 έως και 64 ετών. Θέλαμε να αναδείξουμε ότι υπάρχει ανεργία των νέων (60% με 62%) αλλά πρέπει να δούμε και την κατηγορία των πιο μεγάλων ηλικιακά. Και αυτή η κατηγορία είναι το 20,3% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Εκτιμώ ότι ένα μεγάλο μέρος της φτωχοποίησης 3,5 εκατ. Ελλήνων βάσει της ΕΛΣΤΑΤ, πρέπει να εμπεριέχει μεγάλο αριθμό πολιτών από αυτές τις ηλικιακές ομάδες.

Απαιτείται ένα σύστημα παραγωγικής ανασυγκρότησης
Ο Α. Τσίπρας δεσμεύτηκε ότι την επομένη των εκλογών, με μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο κατώτατος μισθός θα επανέλθει στα 751 ευρώ. Είναι ένα δίκαιο αίτημα με το οποίο συμφωνούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εργοδοτικοί φορείς. Είναι, όμως, δυνατή μια άμεση επαναφορά σε αυτό το επίπεδο εάν δεν υπάρξει αναθέρμανση της οικονομίας; Μπορεί να έχει επιπτώσεις στους μικρομεσαίους;

Σε μια πρώτη φάση, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα χρησιμοποιούν το αργούν παραγωγικό τους δυναμικό. Εμείς έχουμε υπολογίσει ότι αυτή τη στιγμή, η ελληνική οικονομία χάνει 10% του ΑΕΠ από το αργούν παραγωγικό δυναμικό. Η Τράπεζα της Ελλάδος το υπολογίζει στο 8%, άρα είμαστε κοντά. Επομένως, οι επιχειρήσεις νομίζω ότι, σταδιακά, μπορούν να ανταποκριθούν στο αίτημα της επαναφοράς στα 751 ευρώ. Και οπωσδήποτε για να επανακινηθεί η παραγωγική τους δραστηριότητα θα πρέπει να συνοδευτεί και από ένα πλαίσιο υποστήριξης, όπως π.χ. οι φορολογικές ελαφρύνσεις και, φυσικά, ένα πολύ βασικό ζήτημα, το κόστος ενέργειας.
Έπειτα από ένα ενδεχόμενο κατάργησης των μνημονίων, πώς θα πρέπει να ανασυσταθεί η ελληνική αγορά εργασίας;

Απαιτείται ένα σύστημα παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η αντιμετώπιση του χρέους, εκτός από τη διαγραφή και χρονική μετατόπιση της πληρωμής του, θα πρέπει οπωσδήποτε να συνδυαστεί με ανάπτυξη και αύξηση του ΑΕΠ. Θα πρέπει, στο ίδιο πλαίσιο, να σχεδιαστεί η ανασύσταση του κοινωνικού κράτους το οποίο έχει μετατραπεί από «κράτος πρόνοιας» σε «κράτος φιλανθρωπίας».
Αυτή η στρατηγική πορεία σημαίνει τη μεταπήδηση από το φορντικό στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο παραγωγής. Θα πρέπει να πάμε σε ένα «μετά – νέο φιλελεύθερο» μοντέλο παραγωγής το οποίο θα ικανοποιεί τις παραγωγικές και κοινωνικές ανάγκες. Η εγκαθίδρυση και η ωρίμανση αυτού του νέου μοντέλου παραγωγής και κοινωνικής οργάνωσης μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα άλλο επίπεδο οικονομίας της ανάπτυξης, χωρίς κατ΄ ανάγκην να είναι οικονομία της αγοράς. Αλλά χρειάζεται ένα μεταβατικό στάδιο.

Πηγή: Συνέντευξη - αναδημοσίευση από εφημερίδα «Εποχή»
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Γιατί οι μειώσεις μισθών δεν βοήθησαν την ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα

Κροκοδείλια δάκρυα χύνουν κατόπιν εορτής οι «εγκέφαλοι» του ΔΝΤ για τις λανθασμένες εκτιμήσεις περί αύξησης της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης και της μείωσης του κόστους εργασίας. Όπως διαπιστώνει η ετήσια έκθεση για την ελληνική οικονομία του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), την περίοδο 2010-2013 η μείωση του μοναδιαίου κόστος εργασίας κατά 16,1%, αντί να βελτιώσει το επίπεδο της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, επιδείνωσε τη θέση μας στη διεθνή κατάταξη, με αποτέλεσμα από την 54η θέση να πέσουμε στην 57η.
Επιπλέον το ΑΕΠ υποχώρησε σωρευτικά κατά 23,5%, η παραγωγικότητα της εργασίας στο τέλος του 2013 μειώθηκε κατά 4,8% έναντι του 2008 και θα παραμείνει στο ίδιο σημείο μέχρι το τέλος του 2014, ενώ οι θέσεις εργασίας που χάθηκαν ανέρχονται σε 930.000.
Αφού μας επέβαλαν μείωση μισθών και συντάξεων κατά 40%-50%, με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί η εσωτερική ζήτηση, θυμήθηκαν ότι η προώθηση μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας δεν ήταν ανάγκη να γίνει μέσω της ελεύθερης πτώσης των μισθών.
Με μεγάλη καθυστέρηση διαπίστωσαν ότι η εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα έγινε κυρίως μέσω περικοπών θέσεων εργασίας και συρρίκνωσης της εσωτερικής ζήτησης και όχι μέσω διαρθρωτικών αλλαγών που θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να ανακατανείμουν τους εργαζομένους σε εξαγωγικούς κλάδους της οικονομίας. Η ζημιά που έχουν υποστεί πλέον η παραγωγική βάση και ο κοινωνικός ιστός της χώρας απαιτεί πολύχρονη και επίπονη προσπάθεια για να αποκατασταθεί.
«Επιβεβαιώνουν δηλαδή αυτό που είχαμε προβλέψει εμείς από το 2010», τονίζει ο κ. Σάββας Ρομπόλης, τέως επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, ο οποίος έχει την ευθύνη για τη σύνταξη της ετήσιας έκθεσης για τις μακρο-οικονομικές κοινωνικές παραγωγικές επενδυτικές, εισοδηματικές κ.λπ. επιπτώσεις που θα είχε η εφαρμογή αυτού του προγράμματος νεοφιλελεύθερης έμπνευσης στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Επιβεβαιώνεται, επίσης, αυτό που έλεγε ο Αυστριακός οικονομολόγος Πίτερ Ντράκερ, ότι «τίποτε δεν υπάρχει πιο άχρηστο από το να κάνεις αποδοτικό αυτό που δεν έπρεπε να γίνει».
Οι εκτιμήσεις για την πορεία της ανεργίας, που σκαρφάλωσε στο 27,3% το 2013 (1.350.000 άνεργοι), παραμένουν δυσοίωνες. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO) προβλέπει ότι το 2020 η ανεργία δεν θα έχει υποχωρήσει από τα επίπεδα του 22%, ενώ το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμά ότι το 2019 θα κυμαίνεται στο 22%-23%. Στις δραματικές επιπτώσεις της υψηλής ανεργίας δεν μετράται μόνο η χαμένη γενιά των νέων 15-24 ετών (178.000 άνεργοι) αλλά και η αύξηση του αριθμού των συνταξιο­δοτήσεων. Μια πολυπληθής κατηγορία εργαζομένων 44-62 ετών (359.000 άτομα) που προέρχονταν από τον επισιτισμό, τον κατασκευαστικό τομέα και τις υπηρεσίες έμειναν χωρίς δουλειά και επίδομα ανεργίας, με αποτέλεσμα να προτιμήσουν την πρόωρη συνταξιοδότηση ακόμα και με μειωμένη σύνταξη.
Οι στρεβλώσεις που προκάλεσε η αύξηση της ανεργίας επιβεβαιώνονται και από τα πρόσφατα στοιχεία του ΙΚΑ. Σε σύνολο 1.066.688 ατόμων που συνταξιοδοτήθηκαν το 2014, τα 553.448, δηλαδή πάνω από το 50%, βγήκαν στη σύνταξη με ασφαλιστικό βίο που δεν ξεπερνά τα 20 χρόνια. Οι συνταξιούχοι όλων των κατηγοριών που συμπλήρωσαν 30 χρόνια δουλειάς ανέρχονται σε 260.529, όσοι κάλυψαν 35ετία σε 103.233, ενώ όσοι την ξεπέρασαν είναι 149.478 άτομα.
Ωστόσο το ρεκόρ αύξησης του αριθμού των νέων συνταξιούχων σημειώθηκε το 2010, όταν βγήκαν στη σύνταξη 100.000 ασφαλισμένοι για να αποφύγουν τις επιπτώσεις του νέου Ασφαλιστικού έναντι 40.000 τον χρόνο μέχρι το 2009.

Νέες αλλαγές στο Ασφαλιστικό από φθινόπωρο
Παρά τις περικοπές των παροχών, η αύξηση των συνταξιούχων, η ανεργία, η μείωση των μισθών, η ευέλικτη και ανασφάλιστη εργασία και, κυρίως, το PSI μείωσαν το αποθεματικό κεφάλαιο των ασφαλιστικών ταμείων από 26 δισ. ευρώ (2009) σε 4,5 δισ. ευρώ (2013) και μετατόπισαν το οριακό έτος εξέλιξής τους από το 2014 στο 2016, δηλαδή μόνο κατά δύο χρόνια.
Aυτά τα θέματα-αγκάθια θα αναδειχθούν τον Σεπτέμβριο με την υποβολή των αναλογιστικών μελετών των Ταμείων, οι οποίες θα κρίνουν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Είναι προφανές ότι οι αναλογιστικές μελέτες και οι διαπιστώσεις - προτάσεις του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) θα αποτελέσουν το επιστημονικό άλλοθι για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που σχεδιάζεται το φθινόπωρο με όχημα την ενοποίηση των Ταμείων. Η τρόικα στην επόμενη αξιολόγηση περιμένει την οριστικοποίηση των παρεμβάσεων, οι οποίες θα ψηφιστούν τον Οκτώβριο και θα εφαρμοστούν από την 1/1/2015. Το βασικό αξίω­μα της μεταρρύθμισης θα είναι η ενίσχυση της σχέσης ενιαίων εισφορών και ενιαίων παροχών για το σύνολο των ασφαλισμένων, καθώς και η εξάλειψη των αδικαιολόγητων εξαιρέσεων προκειμένου τα Ταμεία να συντηρούνται με ίδιους πόρους ώστε να μην απαιτείται η συνεισφορά των κρατικών επιχορηγήσεων οι οποίες θα βαίνουν έτσι κι αλλιώς μειούμενες.
Αυτό σημαίνει ότι η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος θα λειτουργεί ως οιονεί μοντέλο όχι μόνο για τις επικουρικές συντάξεις και το εφάπαξ αλλά και για την κύρια σύνταξη.

Πηγή: newmoney.gr - Της Μαίρης Λαμπαδίτη
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Η «μεταπολίτευση» του συνδικαλιστικού κινήματος

Ο συνδικαλισμός έχει βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο της κριτικής μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα στην εποχή των Μνημονίων. Ο ομότιμος καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου και Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Σάββας Ρομπόλης μίλησε στο Tvxs.gr για το συνδικαλιστικό κίνημα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, στο πλαίσιο του πολυήμερου αφιερώματός του. Επισήμανε το διακύβευμα αλλά και την ανάγκη για συσπείρωση, υπογραμμίζοντας την επιτυχία του συνδικαλιστικού κινήματος το 2001 ενάντια στο νόμο Γιαννίτση, αλλά και την αδυναμία να επαναλάβει μια δράση με αντίστοιχη μαζικότητα στα χρόνια των Μνημονίων.
Η πτώση της Χούντας βρίσκει το συνδικαλιστικό κίνημα σε μια φάση αποδεκατισμού εξαιτίας φυλακίσεων πολλών συνδικαλιστών κατά τη διάρκεια της επταετίας, αλλά και των διορισμένων από τη δικτατορία διοικήσεων των συνδικάτων. «Η περίοδος από το 1974 έως το 1981 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ‘περίοδος αποκατάστασης της δημοκρατίας του συνδικαλιστικού κινήματος’. Αυτή η φάση ολοκληρώνεται με το νόμο του 1982» επί ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για το νόμο 1264/1982 «για τον εκδηµοκρατισµό του συνδικαλιστικού κινήµατος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζοµένων».

Η άνθηση του επιχειρησιακού συνδικαλισμού
Οι απεργιακές κινητοποιήσεις κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν πολλές, με το συνδικαλιστικό κίνημα να επικεντρώνεται ωστόσο κυρίως στην αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας του, στην οποία μεταξύ άλλων εντάσσεται και το ζήτημα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαπραγματεύσεων. Επίσης εκείνη την περίοδο εμφανίζονται και τα πρώτα σπέρματα επιχειρησιακού συνδικαλισμού, ενώ την εμφάνισή τους σταδιακά κάνουν και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις των κομμάτων. «Βασικό στοιχείο όμως εκείνης της περιόδου είναι η δημιουργία των πρώτων επιχειρησιακών σωματείων», τονίζει ο Σάββας Ρομπόλης.
Όπως εξηγεί με το νόμο του 1982 «δημιουργείται ένα πλαίσιο δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικάτων και είναι γεγονός πως η άνοδος του ΠΑΣΟΚ βοηθάει στην ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος. Με το νόμο του ’82 τα συνδικάτα ισχυροποιούν τη θέση τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ τα χρόνια που θα ακολουθήσουν το συνδικαλιστικό κίνημα παίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις και συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του πλαισίου». Από τις αρχές του ’80 το ΠΑΣΟΚ ισχυροποιείται στο συνδικαλιστικό κίνημα, όμως υπήρξαν και οι ρήξεις όπως την περίοδο επί υπουργίας Αρσένη με πολλά στελέχη της ΠΑΣΚΕ να εγκαταλείπουν το κυβερνητικό άρμα. Τις επόμενες δεκαετίας έχουμε την ανάπτυξη και ενίσχυση του κλαδικού συνδικαλισμού και της ΓΣΕΕ ως κεντρικού συνδικαλιστικού οργάνου.
Στη δεκαετία του ’80 ένα από τα βασικότερα ζητήματα είναι αυτό της εξυγίανσης των ‘προβληματικών επιχειρήσεων’. Πρόκειται για ισχυρές επιχειρήσεις της ελληνικής βιομηχανίας που κατέρρεαν οικονομικά υπό το βάρος των χρεών που είχαν συσσωρεύσει. «Εκείνη την περίοδο ενισχύεται περαιτέρω ο επιχειρησιακός συνδικαλισμός και μέσω αυτού διεκδικείται η συνέχιση της λειτουργίας των εταιρειών και η διατήρηση των θέσεων εργασίας. Πραγματοποιούνται μεγάλες απεργίες από επιχειρησιακά σωματεία αλλά και με την κάλυψη της ΓΣΕΕ και των ομοσπονδιών».
Ήταν τότε που το ΠΑΣΟΚ δημιουργεί και τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ) για την «εξυγίανση» των «προβληματικών εταιρειών», πολλές εκ των οποίων αφού καθάρισαν από τα χρέη μέσω του ΟΑΕ πουλήθηκαν και τελικά οι περισσότερες έκλεισαν. «Βραχυχρόνια το κίνημα των επιχειρησιακών σωματείων στέφεται με επιτυχία, ωστόσο σε βάθος χρόνου οι περισσότερες από αυτές τις εταιρείες έκλεισαν», τονίζει χαρακτηριστικά ο κ. Ρομπόλης.

Στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού
Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ υπογραμμίζει και το διεθνές πλαίσιο που ορίζει την εφαρμοζόμενη πολιτική της περιόδου, επηρεάζοντας αναπόφευκτα και τις διεκδικήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος. «Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 με την κρίση του πετρελαίου και την αύξηση του πληθωρισμού διαμορφώνεται το νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα. Η σχολή του Σικάγο δημιουργεί το τεχνικό υπόβαθρο για τη μετάβαση από το ‘φορντικό υπόδειγμα’ στο ‘νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα’. Βασική αρχή αυτού του υποδείγματος ήταν πως για την αντιμετώπιση της κρίσης του πετρελαίου, τις επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία και την αύξηση του πληθωρισμού θα πρέπει να υπάρξει πλήρης απελευθέρωση του κεφαλαίου και της αγοράς εργασίας με ατμομηχανή την παγκοσμιοποίηση. Εκεί εμφανίζεται και η πολιτική των Ρίγκαν και Θάτσερ. Μια πολιτική που εξαπλώνεται σταδιακά σε όλη την Ευρώπη στη συνέχεια».

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η επιτυχία του 2001
Μαζικές και δυναμικές κινητοποιήσεις ξεσπούν στα πρώτα χρόνια του ’90 επί κυβέρνησης Μητσοτάκη. Το συνδικαλιστικό κίνημα δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα στην τότε κυβέρνηση που επιχειρεί να προχωρήσει σε αυτή τη μετάβαση στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο με την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και του κεφαλαίου, μέσω ιδιωτικοποιήσεων και συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη καταρρέει και το ΠΑΣΟΚ επιστρέφει στην εξουσία. Όμως και τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν μπει στη διαδικασία της «μετάβασης».
Το 2001 καταγράφεται η κορύφωση του συνδικαλιστικού κινήματος με το νομοσχέδιο Γιαννίτση για το ασφαλιστικό. «Πρόκειται για τη μεγαλύτερη κινητοποίηση στην ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος της μεταπολίτευσης. Οι κινητοποιήσεις Γιαννίτση ήταν μια προίκα για το κίνημα», τονίζει ο κ. Ρομπόλης.
Σημαντικό στοιχείο εκείνων των κινητοποιήσεων ήταν η συμβολή του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, το οποίο έχει δημιουργηθεί από το 1990. «Για πρώτη φορά τεκμηριώνονται οι θέσεις του συνδικαλιστικού κινήματος. Το 2001 το Ινστιτούτο Εργασίας είχε επεξεργαστεί το ασφαλιστικό σύστημα (στρεβλώσεις , κατακερματισμός, ανισότητα κ.α.) και είχε παρουσιάσει μια μεγάλη πρόταση με μελέτες, για το πως θα μπορούσαμε να περάσουμε σταδιακά από τα δεκάδες ταμεία στα τρία μέσα στα επόμενα χρόνια. Ο συνδυασμός της τεκμηριωμένης πρότασης και της ενημερωτικής δράσης από τους συνδικαλιστές οδήγησε στην ευαισθητοποίηση και την κινητοποίηση των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Έτσι στους δρόμους κατέβηκαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Ήταν η πρώτη φορά που το συνδικαλιστικό κίνημα παρουσιάζει μια επιστημονική μελέτη ως αντιπρόταση», σημειώνει ο Σάββας Ρομπόλης.

Το φαινόμενο της «ατομικότητας»
Τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και την έλευση της τρόικας το συνδικαλιστικό κίνημα μπαίνει σε μια περίοδο ύφεσης με εξαίρεση ορισμένες δυναμικές κινητοποιήσεις σε επιμέρους κλάδους, όπως των ναυτεργατών και των αγροτών. Σημειώνεται πως οι πρώτοι το 2006 τερματίζουν την πολυήμερη κινητοποιησή τους υπό το βάρος της επιστράτευσης από την κυβέρνηση, ένα κατασταλτικό μέτρο που θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον τα επόμενα χρόνια. Μετά έρχεται η κρίση και μαζί της τα Μνημόνια. Το συνδικαλιστικό κίνημα φαίνεται να αδυνατεί να αντιδράσει σε βαθμό ώστε να εμποδίσει την επέλαση των αντεργατικών και αντικοινωνικών μέτρων. Πολλοί έκαναν λόγο για «αλλοτρίωση» του συνδικαλιστικού κινήματος.
Ο κ. Ρομπόλης σχολιάζει: «Δεν συμφωνώ πως υπάρχει αλλοτρίωση. Το θέμα είναι πως οι δανειστές και οι ελληνικές κυβερνήσεις εφάρμοσαν ένα πρόγραμμα με το οποίο η ανεργία εκτοξεύτηκε και το συνδικαλιστικό κίνημα βρέθηκε στα όριά του. Η ανεργία είναι το βασικό φαινόμενο που αποδυναμώνει το συνδικαλιστικό κίνημα. Βέβαια κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει πως υπάρχει ένα ζήτημα με την παραταξιοποίηση, καθώς εξαιτίας αυτής δεν υπάρχει πλήρης ανεξαρτησία. Ωστόσο αυτό το φαινόμενο αντιμετωπίζεται με το Ινστιτούτο Εργασίας μέσω του οποίου παράγεται πολιτική με βάση την τεκμηρίωση και τις αυτοτελείς αναλύσεις».
Την τελευταία δεκαετία οι εργαζόμενοι απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τα σωματεία, ενώ η συνδικαλιστική ηγεσία έχει κατηγορηθεί για τη στάση που κράτησε με το ξέσπασμα της κρίσης. «Είναι γεγονός πως ο δείκτης συνδικαλιστικής πυκνότητας είναι μειωμένος», αναφέρει ο κ. Ρομπόλης και συνεχίζει: «Αυτό νομίζω οφείλεται στην οπισθοδρόμηση του συνδικάτου, η οποία σημειώνεται όταν στο πλαίσιο της σύγκρουσης η απώλειά είναι οι θέσεις εργασίας. Το ερώτημα είναι τι θα μπορούσε το συνδικάτο να κάνει παραπάνω;».
Πολλοί κατηγορούν τη ΓΣΕΕ για τις μορφές δράσης που επέλεξε και διερωτώνται γιατί τα συνδικάτα δεν επανέλαβαν την επιτυχημένη κινητοποίηση του 2001. «Υπάρχουν πολλές μορφές συνδικαλιστικής δράσης και το συνδικάτο για να επιλέξει τη μία ή την άλλη μορφή θα πρέπει να έχει δημιουργήσει όλες τις προϋποθέσεις μια επιτυχούς έκβασης. Αν για παράδειγμα προχωρήσει σε μια απεργία διαρκείας για να είναι επιτυχής η δράση απαιτείται υψηλή συμμετοχή. Εγώ προσωπικά αντιμετωπίζω θετικά την απεργία διαρκείας, όμως για την επιτυχία της χρειάζεται πολύ καλή προετοιμασία. Σίγουρα η επιτυχία της αντίδρασης στο νόμο Γιαννίτση αποτελεί ένα μάθημα. Ποιος είναι ο λόγος που το συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπήκε στη διαδικασία να επαναλάβει αυτή τη δράση; Δεν ξέρω. Είναι ένα ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί», τονίζει ο κ. Ρομπόλης και επαναλαμβάνει: «Είναι γεγονός πως έχει μείνει αναπάντητο το ερώτημα γιατί ενώ υπήρχε το επιτυχημένο παράδειγμα του 2001 δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις συσπείρωσης και συμμετοχής;».
Συνεχίζοντας σημειώνει: «Η μαζικότητα του 2001 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες του συνδικαλιστικού κινήματος. Από εκεί και μετά δεν επανέλαβε κάτι αντίστοιχο και δεν απέκτησε μια κουλτούρα της προετοιμασίας και των προϋποθέσεων για να δημιουργήσει μια μαζικότητα στις διεκδικήσεις του. Επίσης τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει ανανέωση στα μέλη. Τα συνδικάτα θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι προηγούμενης γενιάς. Εγώ αποδίδω αυτή τη στασιμότητα σε αντικειμενικούς λόγους και όχι υποκειμενικούς. Νομίζω πως κυρίως οφείλεται στην οπισθοδρόμηση και την απαξίωση της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, μια διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη από το ‘90 και μετά, με αιχμή του δόρατος την ανεργία.
Οφείλεται δηλαδή σε αντικειμενικές συνθήκες, όπως αυτές ορίζονται στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, και λιγότερο στον υποκειμενικό παράγοντα που είναι το ίδιο το κίνημα και πως αντιδρά. Είναι ένα ευρωπαϊκό και όχι μόνο ελληνικό πρόβλημα. Μέσα από την συρρίκνωση των εισοδημάτων και των θέσεων εργασίας, συρρικνώνεται και η βούληση των εργαζομένων για ένταξη στο συνδικάτο. Ουσιαστικά ενισχύεται η ατομική συμπεριφορά έναντι της συλλογικής. Πρόκειται για το φαινόμενο της εξατομίκευσης που έχει ενισχυθεί και από την αποκαθήλωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτή τη στιγμή κυρίαρχη μορφή εργασιακής σχέσης είναι η ατομική σχέση εργασίας και αυτή η ατομικότητα απομακρύνει τον εργαζόμενο από τη συλλογική δράση. Για μένα μπαίνουν πάντα τέτοιες μεταβλητές και διαστάσεις στην ανάλυση, περισσότερο αντικειμενικές και λιγότερο υποκειμενικές».

Μια σύγκρουση δεκαετίων και το διακύβευμα
Όπως εξηγεί ο κ. Ρομπόλης «από το 2010 στόχος των δανειστών και της κυβέρνησης είναι η επιβολή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και μάλιστα με τον πιο βίαιο τρόπο. Το Ινστιτούτο Εργασίας από την πρώτη μέρα παρουσίασε τις επιπτώσεις που θα είχε το μνημονιακό πρόγραμμα στην ελληνική κοινωνία. Τότε οι εκτιμήσεις μας είχαν αμφισβητηθεί, όμως όλες επαληθεύτηκαν. Η επιβολή του ίδιου μοντέλου επιχειρήθηκε και τα προηγούμενα χρόνια αλλά σαλαμοποιημένα. Τα συνδικάτα εδώ και δεκαετίες αντιδρούν. Στην ουσία η σύγκρουση σε όλη την Μεταπολίτευση δεν είναι άλλη από την σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία που επιθυμεί να επιβάλει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο και στα συνδικάτα που θέλουν τη διατήρηση της ρυθμισμένης αγοράς εργασίας με συλλογικές διαπραγματεύσεις και συλλογικές συμβάσεις, και διεκδικούν δημοκρατικές διαδικασίες τόσο στο εσωτερικό των συνδικάτων όσο και στη σχέση με τους εργοδότες και βέβαια επιδιώκουν ανάπτυξη για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Νομίζω πως το διακύβευμα για το μέλλον είναι η ανακοπή της ολοκλήρωσης αυτής της μετάβασης στο νεοφιελευθερο υπόδειγμα. Οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες. Στο βαθμό απελευθέρωσης που βρισκόμαστε η εργασία έχει απαξιωθεί τελείως, είτε σε επίπεδο εισοδήματος και εργασιακών σχέσεων είτε σε επίπεδο κοινωνικής προστασίας και κοινωνικού κράτους.
Για να ανακοπεί η μετάβαση στον νεοφιλελεύθερο μοντέλο απαιτείται η παρουσίαση της εναλλακτικής πρότασης και η στήριξη της με μια συνδικαλιστική και κοινωνική δράση. Σε οργανωτικό επίπεδο θα πρέπει να υπάρξει μια συσπείρωση δυνάμεων. Όπως προείπαμε στην πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης είχαμε την ανάπτυξη του επιχειρησιακού συνδικαλισμού, ενώ στις επόμενες φάσεις αναδύεται ο κλαδικός και ο κεντρικός συνδικαλισμός. Σήμερα θα πρέπει να δούμε τόσο τις νέες μορφές δράσεις, όσο και την ατμομηχανή αυτών των δράσεων. Θα επιστρέψουμε στα επιχειρησιακά σωματεία; Θα ενισχύσουμε ομοσπονδίες και κλαδικές; Θα αναπτύξουμε περισσότερες στρατηγικές σε εθνικό επίπεδο; Νομίζω όμως πως αυτό που έχει πρωτίστως ανάγκη είναι η συσπείρωση και η συγχώνευση δυνάμεων».

Πηγή: http://tvxs.gr/-Σάββας Ρομπόλης
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Καταργούν την έννοια της συλλογικότητας στις εργασιακές σχέσεις και στο Δημόσιο

«Είναι πάρα πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς η παραγωγικότητα ενός εργαζομένου στις υπηρεσίες του Δημοσίου», δήλωσε ο καθηγητής Οικονομικών Κοινωνικής Πολιτικής και επιστημονικός συνεργάτης του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, Σάββας Ρομπόλης, για τη πρόθεση της κυβέρνησης να θεσπίσει ατομικό μισθό με βάση τη παραγωγικότητα των εργαζομένων στο Δημόσιο.
«Καταργούν την έννοια των συλλογικών σχέσεων και ειδικότερα στο τομέα της αμοιβής», προσέθεσε.
Σημείωσε, δε, πως ό,τι γίνεται στον ιδιωτικό τομέα τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα των μνημονίων έρχεται τώρα με το τρίτο μνημόνιο να εφαρμοστεί και στο δημόσιο τομέα.
«Η πίεση για απασχόληση προς τον άνεργο σήμερα είναι τέτοια που δέχεται οποιεσδήποτε σχέσεις εργασίας με τους εργοδότες. Ακόμα και ανασφάλιστη εργασία, τη μερική, τη προσωρινή απασχόληση, δηλαδή την ευελιξία που έχει γίνει η κυρίαρχη μορφή των εργασιακών σχέσεων», τόνισε ο Σ. Ρομπόλης.
Ακούστε ΕΔΩ το ηχητικό απόσπασμα
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Προγραμματίζονται δυσμενείς αλλαγές σε εργασιακά και ασφάλιση

Ο εξορθολογισμός του ασφαλιστικού συστήματος απαιτεί σοβαρή μελέτη, με μαθηματικό προσδιορισμό των ωφελημάτων και των συνεπειών που θα προκύψουν από την κατάργηση του φόρου υπέρ τρίτων και την ένταξη των ελεύθερων επαγγελματιών στον ΟΑΕΕ, δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, καθηγητής Σάββας Ρομπόλης, με αφορμή τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνει το πολυνομοσχέδιο, που θα κατατεθεί την Παρασκευή στη Βουλή.
Ο κ. Ρομπόλης εξέφρασε την εκτίμηση ότι στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο υπάρχει ένας προγραμματισμός δυσμενών αλλαγών στα εργασιακά και στην κοινωνική ασφάλιση, και ότι με την κατάργηση του φόρου υπέρ τρίτων «θα δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα στη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων» εφόσον «δεν προβλεφθεί, αυτοί οι φόροι, από τους πόρους υπέρ τρίτων που χρηματοδοτούσαν ένα μέρος των ασφαλιστικών ταμείων, από πού και πώς θα καλυφθούν, και τι επιδράσεις θα έχουν στη βιωσιμότητα, στα επίπεδα συντάξεων ή γενικότερα στα επίπεδα παροχών των συγκεκριμένων ταμείων».
Πιο συγκεκριμένα, επισήμανε, έχουμε τη μείωση των εισφορών αθροιστικά εργαζομένων και εργοδοτών, που θα επιφέρει απώλεια ύψους 1 δισ. στα ταμεία, επομένως, θα πρέπει να υπάρξει ένα σχέδιο αναζήτησης αυτού του δισ. για να μην οδηγηθεί το ασφαλιστικό σύστημα σε μείωση των συντάξεων. Ο κ. Ρομπόλης ανέφερε ότι για το προσεχές εξάμηνο, 1/7- 31/12/2014, έχει προβλεφθεί ότι θα καλυφθεί από μέρος του πλεονάσματος του 2013, επομένως «πρόβλημα θα υπάρξει για το 2015, που θα πρέπει να καλυφθεί από το πλεόνασμα εκείνου του έτους ή από κάποια άλλη πηγή προκειμένου να αποφύγουμε περαιτέρω μείωση των συντάξεων».
Σχετικά με την ενοποίηση των ταμείων σε τρία, επισήμανε ότι το πρόβλημα έγκειται στον ΟΑΕΕ. Ανέφερε ότι λίγο πολύ στο ΙΚΑ καλύπτεται ένα μεγάλο μέρος της μισθωτής εργασίας και στον ΟΓΑ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Αυτό, λοιπόν, που απομένει είναι η ένταξη των ελεύθερων επαγγελματιών στον ΟΑΕΕ, όπως είναι των γιατρών, φαρμακοποιών, δικηγόρων, μηχανικών, δημοσιογράφων κ.ά. Εδώ, τόνισε, πρέπει να προσέξουμε γιατί μπορεί να υπάρχει σαν στόχευση η ανασύσταση του αποθεματικού κεφαλαίου του ΟΑΕΕ, που αυτήν τη στιγμή βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, «αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει σε βάρος του αποθεματικού κεφαλαίου που διαθέτουν τα άλλα ταμεία, διότι τα άλλα ταμεία διατηρούν αυτό το κεφάλαιο, προκειμένου να ανταποκριθούν, στο παρόν και στο μέλλον, στις υποχρεώσεις τους απέναντι στους συνταξιούχους και τους ασφαλισμένους τους. Θέλει πάρα πολύ μεγάλη προσοχή για να μην οδηγηθούμε σε μειώσεις των συντάξεων».
Σύμφωνα με τον κ. Ρομπόλη πρέπει να γίνει ένας εξορθολογισμός στην οργάνωση και στη λειτουργία τού ασφαλιστικού συστήματος, ωστόσο επισήμανε ότι αυτός ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να γίνει σε βάρος των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων. «Θέλω να πιστεύω ότι όλα θα γίνουν προσεκτικά και στη βάση μελετών που μπορούν εκ των προτέρων να προσδιορίσουν μαθηματικά το οποιοδήποτε όφελος ή την οποιαδήποτε συνέπεια» υπογράμμισε.
Μια σοβαρή αλλαγή στα εργασιακά, που προβλέπει το νομοσχέδιο, επίσης, είναι η απελευθέρωση στη λειτουργία των εταιριών ενοικίασης εργαζομένων, σημείωσε, προσθέτοντας πως ενώ μέχρι τώρα προβλεπόταν ότι ίσχυε μόνο για έκτακτες ανάγκες των επιχειρήσεων, «φαίνεται τώρα ότι η διάταξη θα περιλαμβάνει και τακτικές ανάγκες των επιχειρήσεων και βέβαια διευρύνεται στους οικοδόμους, προκειμένου να εργαστούν σε μεγάλα δημόσια έργα κλπ».
Επόμενη δυσμενής αλλαγή, συνέχισε ο κ. Ρομπόλης, είναι η κατάργηση των τριετιών, μέχρι 31/1/2017, για μακροχρόνια ανέργους άνω των 25 ετών. «Αυτό σημαίνει ότι εάν έχουμε κάποιο μακροχρόνια άνεργο πάνω από 25 ετών και είχε από την προηγούμενη εργασία του 3 ή 4 τριετίες, εάν επαναπροσληφθεί, σε ό,τι αφορά τις τριετίες θα του κοπούν κατά 50%. Αυτό ως στρατηγική έχει τη μείωση του μέσου μισθού προς τα επίπεδα του κατώτατου, επομένως εάν εισαχθεί αυτό το μέτρο στην οικονομία, θα έχουμε ένα μεγάλο αριθμό εργαζόμενων στον κατώτατο μισθό και από εκεί και πάνω θα έχουμε τον ανώτατο μισθό στα στελέχη των επιχειρήσεων» τονίζει.
Επίσης, ένα σοβαρό θέμα είναι οι ομαδικές απολύσεις: Η συμφωνία που έχει γίνει για τη διάταξη και θα περιλαμβάνεται στο πολυνομοσχέδιο είναι να μείνει το 5% όπως είχε διαμορφωθεί από την προηγούμενη αλλαγή, αλλά να αποφασίζει το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας και να μην υπογράφει ο υπουργός την απόφαση αλλά ο γγ, νομίζω μάλιστα ότι γίνονται και συζητήσεις μήπως σε αυτό το πολυνομοσχέδιο και όχι τον Ιούνιο ή τον Σεπτέμβριο αυξηθεί το ποσοστό από το 5% στο 10%. Αυτό το λέγω με κάθε επιφύλαξη, πρέπει να δει κανείς πώς θα είναι η οριστική διατύπωση του πολυνομοσχεδίου που θα κατατεθεί την Παρασκευή, καταλήγει ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Πότε θα πέσει η ανεργία στην Ελλάδα;

Διαβάζοντας το άρθρο που ακολουθεί και το οποίο συνέταξε ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Σάββας Ρομπόλης, θα αντιληφθείτε ότι μας περιμένουν πολλά δύσκολα χρόνια ακόμη. Παρά τα μηνύματα αισιοδοξίας που «εκπέμπει» η κυβέρνηση, οι προβλέψεις που προκύπτουν από την επεξεργασία των αριθμών, δείχνουν ότι η υψηλή ανεργία στην Ελλάδα θα μας… συντροφεύει για πολλά-πολλά χρόνια.
Η πρόβλεψη κατά το 2010 του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ ήταν ότι η ανεργία στην Ελλάδα το 2014 θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο επίπεδο του 30%-31% (1.525.000 άτομα) από 28,5%-29% (1.450.000 άτομα) το 2013, 24,4% το 2012, 17,7% το 2011 και 12,5% το 2010. Παράλληλα, σημειώνουμε ότι μετά τον κύκλο της ύφεσης στην Ελλάδα, η ανεργία πολύ δύσκολα θα διαμορφωθεί κάτω από το 17% μέχρι το 2026, ακόμη και με το πιο αισιόδοξο σενάριο ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ 3,5%-4% (50.000 νέες θέσεις εργασίας τον χρόνο), καθώς αυτό το ποσοστό αποδίδεται, κατά κύριο λόγο, στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.
Αντίστοιχες είναι και οι πρόσφατες προβλέψεις της Επιτροπής Οικονομικών Υπο- θέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι για να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε επίπεδα ανεργίας του έτους 2009 (450.000 άτομα) και να δημιουργήσει το ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας που χάθηκαν την περίοδο 2009-2013, ακόμη και με αυτό το αισιόδοξο σενάριο αύξησης του ΑΕΠ, θα χρειαστούν τουλάχιστον 20 χρόνια. Η απασχόληση το 2014 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα επίπεδα των 3.530.000 ατόμων, σε βαθμό που το σύνολο των απασχολούμενων κατά το 2014 να είναι μικρότερο από τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό και τους ανέργους κατά 1,1 εκατομμύρια άτομα.
Τέλος, υπογραμμίζουμε την παράταση της πρωτόγνωρης διχοτόμησης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα – με την έννοια ότι ο αριθμός των επίσημα καταγεγραμμένων ανέργων (1.400.000 άτομα) να συμπίπτει με τον αριθμό των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα – δημιουργώντας συνθήκες τρόμου μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας, απαξιώνοντας την λειτουργία της αγοράς εργασίας και δίνοντας ανησυχητικές προοπτικές στην κοινωνική συ- νοχή, ιδιαίτερα με το υψηλό ποσοστό (71% - 955.000 άτομα) της μακροχρόνιας ανεργίας (ΕΛΣΤΑΤ, Γ΄ τρίμηνο 2013).

2. Αξιολόγηση των πολιτικών απασχόλησης και του συστήματος στήριξης των ανέργων
Η αξιολόγηση των πολιτικών απασχόλησης σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. αναδεικνύει τα ίδια προβλήματα. Σε όλες τις χώρες την τελευταία εικοσαετία επιβάλλεται μία ισχυρή τάση απορρυθμίσεων των εργασιακών σχέσεων, προσποιούμενες ότι με αυτόν τον τρόπο προσαρμόζεται το εργατικό δυναμικό στις τεχνολογικές εξελίξεις της παραγωγής. Όμως, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι η ευελιξία, η απασχολησιμότητα, η μαθητεία, οι παθητικές (προστασία των ανέργων) και οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης παθητικοποιήθηκαν, σε βαθμό, που να περιορίζονται στην διαχείριση άμβλυνσης της οξύτητας της ανεργίας και στην διατήρηση του ανέργου, περισσότερο στον Βορρά και λιγότερο στον ευρωπαϊκό Νότο, σε κατάσταση κοινωνικά ενεργή, παρά να αναστέλλουν ουσιαστικά και αποτελεσματικά την πορεία αύξησης της. Με άλλα λόγια, οι πολιτικές απασχόλησης και προστασίας των ανέργων έτειναν περισσότερο προς την δημιουργία συνθηκών εργασιακής ανασφάλειας για ένα σημαντικό τμήμα του εργατικού δυναμικού.
Το ίδιο το κράτος έγινε η ατμομηχανή της ανασφάλειας είτε ως φορέας έμπνευσης και άσκησης των εφαρμοζόμενων πολιτικών απασχόλησης είτε ως εργοδότης προς τους υπαλλήλους του. Αξίζει να σημειωθεί ότι σ’ αυτό το πλαίσιο των πολιτικών απασχόλησης κατέρρευσαν οι προσδοκίες της ευελιξίας της αγοράς εργασίας ως επιλογή για την βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα η μείωση του κατώτατου μισθού επί Ρέιγκαν και από 12/02/2012 και στην Ελλάδα, η εξασθένηση των συνδικάτων επί Θάτσερ, η κατάργηση της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής επί Φαμπϊούς, οι μινι-jobs επί Σρέντερ. Έτσι, οι μισθοί έγιναν επίσης ευέλικτοι, όπως σήμερα στην Ελλάδα, ανατρέποντας σε σημαντικό βαθμό την πρωταρχική κατανομή των πόρων σε βάρος της μισθωτής εργασίας και παράλληλα μετατράπηκαν σε μεταβλητές της ευελιξίας της απασχόλησης, παρέχο- ντας την θεσμοποιημένη και καταναγκαστική δυνατότητα για υψηλές αποδόσεις του επενδεδυμένου κεφαλαίου.
Παράλληλα, η εμπειρική έρευνα στην Ευρώπη (Revue Alternatives Economiques, Decembre 2013) απέδειξε ότι οι χαμηλοί μισθοί, για παράδειγμα στην Γερμανία, δεν εξηγούν το χαμηλό επίπεδο (5%) της ανεργίας. Επίσης, απέδειξε ότι τα κράτη – μέλη που καθυστερούν να εξέλθουν από την κρίση είναι αυτά στα οποία η αγορά εργασίας είναι περισσότερο απορρυθμισμένη και ευέλικτη. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι βασικός μοχλός, μεταξύ των άλλων, εξόδου από την κρίση αποτελεί η ρύθμιση της αγοράς εργασίας και η διαμόρφωση των μισθών διαμέσου ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Οι στρατηγικές αυτές επιλογές ευελιξίας της απασχόλησης και ευελιξίας των μισθών, εκ του αποτελέσματος, επιδείνωσαν τους όρους κατανομής των πόρων ενέτειναν τις ανισορροπίες και τις αντιφάσεις στην αγορά εργασίας, δεν συνέβαλαν στην αύξηση της απασχόλησης παρά την εξαφάνιση των λεγόμενων «δυσκαμψιών» (ρυθμίσεις) της αγοράς εργασίας, με αποτέλεσμα εξαντλώντας τα όρια τους να καταρρεύσουν οι προσδοκίες μείωσης της ανεργίας διαμέσου των πολιτικών πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας.
Στις συνθήκες αυτές η απορρύθμιση και η ευελιξία της αγοράς εργασίας στα κράτη– μέλη της ευρωζώνης, δεν συνέβαλαν στην επίλυση των προβλημάτων της διαρθωτικής ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, συνέβαλαν στην αύξηση του επιπέδου των φτωχών – εργαζομένων στην ζώνη του ευρώ από 7,4% το 2006 σε 9,1% το 2012, ενώ στην Ελλάδα οι βίαιες μειώσεις των μισθών συνέβαλαν στην αύξηση των φτωχών-εργαζομένων από 11,9% το 2010 σε 15,1% το 2011 (Eurostat, 2012). Έτσι, γίνεται πλέον φανερό ότι οι ασκούμενες πολιτικές της ευελιξίας της απασχόλησης και των μισθών δεν συνιστούν πολιτικές που δημιουργούν θέσεις εργασίας (Philippe Askenazy, 2013).

3. Προτάσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης ή ποιες πολιτικές απασχόλησης θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας;
Με αυτά τα δεδομένα, είναι πλέον επιβεβλημένο στην Ευρώπη η ένταξη της πολιτικής καταπολέμησης της ανεργίας στην μακροοικονομική πολιτική. Αυτό σημαίνει, καταρχήν, την προσφυγή στην στρατηγική της ισομερούς ανάπτυξης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την προσθήκη στα τρία κριτήρια του Μάαστριχτ (χρέος, έλλειμμα, πληθωρισμός) τέταρτου κριτηρίου που θα αναφέρεται στο επίπεδο της απασχόλησης ή της ανεργίας, ως αναγκαίο μέτρο ουσιαστικής και αποτελεσματικής αντιμετώπισης της ανεργίας στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, προκύπτει ως επιτακτική ανάγκη η οργανική ενότητα των πολιτικών απασχόλησης με τις ανάγκες της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας της αναπτυξιακής πολιτικής στην ΕΕ και στην Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει τον άμεσο προσανατολισμό της προς την κατεύθυνση αύξησης του κατώτατου μισθού, ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και αποκατάστασης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Παράλληλα, απαιτείται σύνδεση των δημόσιων πολιτικών με τον χαρακτήρα και τη διάρθρωση του παραγωγικού συστήματος της χώρας, καθώς και τη βελτίωση του πλέγματος των αλληλεξαρτήσεων των ηγετικών κλάδων παραγωγής. Έτσι, θα δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες μεταμόρφωσης και ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης, που μονοκαλλιεργείται από τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, με την δημιουργία δικτύων, συνεργιών και συμπληρωματικότητας μεταξύ των τομέων και των κλάδων παραγωγής σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, προκειμένου να αυξηθούν η παραγωγή, η απασχόληση, η παραγωγικότητα, το εισόδημα (αρχής γενομένης από την αύξηση του κατώτατου μισθού στα επίπεδα των 751 ευρώ) και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της χώρας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο θέμα υπάρχουν τρεις απόψεις στην Ε.Ε.: α) η άποψη που θεωρεί ότι με την μείωση των μισθών και την ευελιξία ασκούνται πολιτικές απασχόλησης, β) η άποψη της ερμηνείας των διατάξεων της Συνθήκης ανάλογα με τα προβλήματα που επιβάλλεται ουσιαστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση τους (π.χ. καταπολέμηση της ανεργίας), και γ) η άποψη της προσθήκης του τέταρτου κριτηρίου στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη. Θεωρούμε ότι η στρατηγική επιλογή της τρίτης άποψης είναι αυτή που θα καταπολεμήσει αποτελεσματικά την ανεργία στην Ε.Ε. και τα κράτη–μέλη αλλά και αυτή που θα θωρακίσει μεσο-μακροπρόθεσμα την υπαρξιακή προοπτική της Ένωσης.

4. Ανεργία, γήρανση και κοινωνική ασφάλιση
Οι πληθυσμιακές μεταβολές που συντελούνται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η γήρανση του Ευρωπαϊκού Πληθυσμού και η συρρίκνωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, επηρεάζει άμεσα και έμμεσα την αγορά εργασίας και την μακροχρόνια βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Σήμερα, οι ηλικιωμένοι ζουν περισσότερο και υγιέστερα από ότι αυτοί των προηγούμενων γενεών. Πράγματι, κατά την περίοδο 2010-2015 κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), οι γυναίκες στα 65 τους έτη αναμενόταν να ζήσουν επιπλέον 20,8 χρόνια, ενώ οι άνδρες κατά 17,4 χρόνια. Μετά το 2060-2065 οι γυναίκες θα ζουν πέντε χρόνια περισσότερο (25,8 χρόνια) και οι άνδρες 4,5 χρόνια (21,9 χρόνια). Έτσι, οι δαπάνες συντάξεων για πρώτη φορά στα 65 έτη προς τους συνταξιούχους των χωρών–μελών του ΟΟΣΑ θα είναι αυξημένες κατά 20% λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της γήρανσης του πληθυσμού (ΟΟΣΑ, 2013).
Το ίδιο στην Ε.Ε. -27, λόγω της αύξησης της ανεργίας, της μείωσης του ενεργού πληθυσμού και της γήρανσης του πληθυσμού, το 2015 θα αντιστοιχεί ένας συνταξιούχος σε τέσσερις εργαζόμενους και το 2060 θα αντιστοιχεί ένας συνταξιούχος σε δύο εργαζόμενους με το επίπεδο παραγωγικότητας και το επίπεδο απόδοσης της ευρωπαϊκής οικονομίας σημαντικά περιορισμένο. Έτσι, εκτιμάται (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012) ότι 40%-60% των δημοσίων δαπανών επηρεάζεται από την διάρθρωση της ανεργίας και των ηλικιών του πληθυσμού. Επίσης, εκτιμάται ότι κατά την περίοδο 2010-2060 οι δημόσιες δαπάνες που επηρεάζονται από την διάρθρωση των ηλικιών του πληθυσμού θα αυξηθούν στην Ε.Ε.-27, κατά 4,1 φορές περισσότερο, ως τμήμα του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν).
Ειδικότερα, η αύξηση αυτή προέρχεται από την αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 1,5 φορά, την αύξηση των δαπανών υγείας κατά 1,1 φορά και από την δυσμενή εξέλιξη της σχέσης συνταξιούχων–εργαζομένων κατά 1,5 φορά. Στην Ελλάδα, το 2010, η προσδοκώμενη αναμενόμενη ζωή στην ηλικία των 65 ετών ήταν 17 χρόνια για τους άνδρες και 21 χρόνια για τις γυναίκες. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής υποδηλώνει την καταβολή συνταξιοδοτικών παροχών για ακόμη πιο μακρές χρονικές περιόδους. Επίσης, υποδηλώνει την διαμόρφωση συνθηκών ισορροπίας οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής αποτελεσματικότητας, παρέχοντας συντάξεις οι οποίες θα απομακρύνουν την πλειοψηφία των συνταξιούχων από την κατάσταση φτώχειας με χρηματοδότηση εργαζομένων και φορολογουμένων ικανή να ανταποκριθεί στις μακροχρόνιες υποχρεώσεις του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος στην χώρα μας. Επομένως, το ερώτημα που προ- κύπτει είναι: με ένα σταδιακά μικρότερο αριθμό εργαζομένων και ένα σταδιακά μεγαλύτερο αριθμό συνταξιούχων, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, ποιο τελικά θα είναι το νέο πλαίσιο χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος; Θα είναι η υπερφορολόγηση των εργαζομένων, η αύξηση των εισφορών, η περαιτέρω μείωση των συντάξεων ή η αναζήτηση νέων πόρων προκειμένου να εξασφαλισθούν οι αναγκαίοι πόροι για την καταβολή των συντάξεων των ήδη και των μελλοντικών συνταξιούχων;
Στο ερώτημα αυτό η απάντηση συνίσταται στην ανάλυση και επεξεργασία των πληθυσμιακών εξελίξεων, της ανεργίας, των μισθών, της ύφεσης, της ανάκαμψης και της μείωσης των συντάξεων στην Ελλάδα, καθώς και στην συσχέτιση τους με την μακροχρόνια (2013-2050) βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (εκτός ΝΑΤ, ΟΓΑ, Δημόσιο) με την εφαρμογή αναλογιστικών προσεγγίσεων (Σ. Ρομπόλης – Β. Μπέτσης, 2013). Από την άποψη αυτή προκύπτει ότι: α) η οριακή ισορροπία του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος στην χώρα μας ανατρέπεται από το τέλος του 2015, αφού το 2016 απαιτούνται πρόσθετοι πόροι 0,52% του ΑΕΠ (940 εκατ. ευρώ), το 2017 απαιτούνται 1,01% του ΑΕΠ, το 2020 απαιτούνται 1,24% του ΑΕΠ, το 2030 απαιτούνται 2,89% του ΑΕΠ, κλπ, β) η γήρανση του πληθυσμού συμβάλει στην αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 15% και με διαφορετικά σενάρια εκτίμησης της θνησιμότητας αυτή η επιβάρυνση προσεγγίζει το 27% (2050), γ) οι περικοπές των συντάξεων και η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης εάν δεν συνοδεύονταν από τις συνθήκες ύφε- σης και εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας, τότε το οριακό έτος στην εξέλιξη των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων θα ήταν περίπου το 2025.
Η παρατεταμένη και βαθειά ύφεση καθώς και η ανεργία μετατόπισε το οριακό έτος δέκα χρόνια νωρίτερα (2015). Οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις στην βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος στην Ελλάδα αναδεικνύει την αναγκαιότητα νέου πλαισίου χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος με την ανεύρεση νέων πόρων εκτός των ασφαλιστικών εισφορών και εκτός του Κρατικού Προϋπολογισμού π.χ. κρατικές προμήθειες, δημόσια έργα, χρηματιστηριακές και τραπεζικο–πιστωτικές συναλλαγές, επιχειρήσεις τυχερών παιχνιδιών, κλπ, (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2010).

Του Σάββα Ρομπόλη
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην μηνιαία έκδοση Φεβρουαρίου του ΙΝΕ /ΓΣΕΕ
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Θα χρειαστούν 20 χρόνια για να «ξαναγεννηθούν» οι χαμένες θέσεις εργασίας

Το σύνολο των απασχολούμενων κατά το 2014 θα είναι μικρότερο από τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό και τους ανέργους κατά 1,1 εκατομμύρια άτομα.
Πολύ δύσκολα θα διαμορφωθεί κάτω από το 17% η ανεργία τουλάχιστον για τα επόμενα δώδεκα χρόνια ακόμη και με το πιο αισιόδοξο σενάριο ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ κατά 3,5%­4% (50.000 νέες θέσεις εργασίας τον χρόνο) σύμφωνα με το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Αυτή τη δυσοίωνη εκτίμηση ανακοίνωσε σε ημερίδα για την ανεργία ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ /ΓΣΕΕ κ. Σάββας Ρομπόλης ο οποίος απέδωσε την καθυστέρηση απορρόφησης της ανεργίας τόσο στο κλίμα ύφεσης όσο και στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.
Τι σημαίνει αυτό; Για να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε επίπεδα ανεργίας του έτους 2009 (450.000 άτομα) και να δημιουργήσει το ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας που χάθηκαν την περίοδο 2009­2013 ακόμη και με αυτό το αισιόδοξο σενάριο αύξησης του ΑΕΠ, θα χρειαστούν τουλάχιστον 20 χρόνια.
Προς το παρόν πάντως η κάθοδος προς τον «πάτο του βαρελιού» δεν έχει ολοκληρωθεί. Η απασχόληση το 2014 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα επίπεδα των 3.530.000 ατόμων, σε βαθμό που το σύνολο των απασχολούμενων κατά το 2014 να είναι μικρότερο από τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό και τους ανέργους κατά 1,1 εκατομμύρια άτομα με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει για την αντοχή της κοινωνίας.
Η ανεργία στην Ελλάδα το 2014 σύμφωνα με το ΙΝΕ θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο επίπεδο του 30%-­31% (1.525.000 άτομα) από 28,5% - ­29% (1.450.000 άτομα) το 2013, 24,4% το 2012, 17,7% το 2011 και 12,5% το 2010.
Αυτό που συγκλονίζει περισσότερο και πιστοποιεί ότι επικρατεί ισορροπία τρόμου στην αγορά είναι ότι ο αριθμός των επίσημα καταγεγραμμένων ανέργων (1.400.000 άτομα) συμπίπτει με τον αριθμό των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα. Να σημειώσουμε ότι τα 955.000 άτομα είναι μακροχρόνια άνεργοι (ΕΛΣΤΑΤ, Γ΄ τρίμηνο 2013).
Κατά τον κ. Ρομπόλη η επαναφορά του κατώτατου μισθού στα προ κρίσης επίπεδα (751 ευρώ) και το ξεπάγωμα των συλλογικών συμβάσεων θα αποτελέσουν βασικό μοχλό για την έξοδο από την κρίση καθώς έρευνες έχουν αποδείξει ότι η συρρίκνωση των μισθών δε συμβάλει στην απασχόληση και οι χαμηλοί μισθοί για παράδειγμα στην Γερμανία δεν εξηγούν το χαμηλό επίπεδο (5%) της ανεργίας.
Οι μελέτες δείχνουν επίσης ότι τα κράτη – μέλη που καθυστερούν να εξέλθουν από την κρίση είνα αυτά στα οποία η αγορά εργασίας είναι περισσότερο απορρυθμισμένη και ευέλικτη.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Αυξήστε τώρα τον κατώτατο μισθό

Δεν χρειάζεται Νόμπελ Οικονομίας για να αντιληφθεί κανείς την αποτυχία της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής στη χώρα. Την ώρα που "πυκνώνουν οι ανησυχίες" για ένα τρίτο Μνημόνιο, ο Σάββας Ρομπόλης, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, αντιδρά στο «αναπόφευκτο», οδηγώντας ένα βήμα παραπέρα τη συζήτηση στη σημερινή συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.». Περιγράφει τους βασικούς άξονες της ολοκληρωμένης πρότασης του Ινστιτούτου για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Μένει να απαντηθεί ποιος θα εφαρμόσει μια τέτοια εναλλακτική μακροoικοινομική πολιτική.
«Ηγετικοί κλάδοι της οικονομίας μπορεί να είναι η ενέργεια, μπορεί να είναι η φαρμακοβιομηχανία και ο τουρισμός, αρκεί να αποκτήσει αναπτυξιακό ρόλο
«Από το 2010 έως σήμερα, η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί κατά 37,3%, η εγχώρια ζήτηση κατά 31%, η απασχόληση κατά 18,2%, το ΑΕΠ κατά 25% και οι αποδοχές των μισθωτών κατά 37 δισ. ευρώ
«Οι μισθοί και οι συντάξεις, αν υπολογίσουμε και τις φορολογικές επιβαρύνσεις, έχουν μειωθεί κατά 50% σε σχέση με το 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Κώστα Ζαφειρόπουλο
• Εβδομος χρόνος ύφεσης. Επειτα από 3,5 χρόνια ζωής με την τρόικα, αυτό που κερδίσαμε ήταν να μειωθεί το έλλειμμα κατά 24 δισ., σχεδόν να μηδενιστεί. Τι χάσαμε όμως;

Από το 2010 έως σήμερα η αγοραστική δύναμη του Ελληνα έχει μειωθεί κατά 37,3 %, η εγχώρια ζήτηση κατά 31%, και βρίσκεται στα επίπεδα του 1999, η απασχόληση κατά 18,2%, η παραγωγικότητα της εργασίας κατά 6,5%, και βρίσκεται στα επίπεδα του 2003, η παραγωγικότητα της οικονομίας έχει πέσει στο 8,8, το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 25%, ενώ οι αποδοχές των μισθωτών, που είναι πολύ σοβαρό, έχουν μειωθεί κατά 37 δισεκατομμύρια. Δηλαδή από τις μειώσεις της μισθωτής εργασίας, είτε από τους μισθούς είτε από φορολογικές αυξήσεις, οι μισθωτοί έχασαν από το εισόδημά τους 37 δισεκατομμύρια. Και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, δηλαδή αυτοί που εργάζονται ελεύθερα και δεν έχουν υπαλλήλους, σε αυτή την περίοδο έχασαν 4 δισ. με βάση τους υπολογισμούς που έχουμε κάνει.
Η ιδιωτική κατανάλωση έχει μειωθεί 30%, ο όγκος παραγωγής στη χώρα μας 23,5%, το κόστος εργασίας 13,9% και οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν μειωθεί 35%, και αν υπολογίσουμε και τις φορολογικές επιβαρύνσεις, φτάνουμε σε μια μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος κατά 50% σε σχέση με το 2009.Ταυτόχρονα, από τις 930.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα (1-10 άτομα) αναμένεται να έχουν κλείσει έως το τέλος του 2013 οι 190.000. Το κεφαλαιακό απόθεμα και το τεχνολογικό υπόβαθρο της χώρας έχουν φθάσει σε τόσο χαμηλό επίπεδο, που αντιστοιχεί στα επίπεδα που η ελληνική οικονομία είχε αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο.

• Συχνά ακούμε σε Ελλάδα και Ευρώπη όσον αφορά τη λιτότητα ότι «δεν υπήρχε και δεν υπάρχει άλλος δρόμος» («Τhere is no other alternative»). Την ίδια στιγμή, η μείωση του κόστους εργασίας, με τις μειώσεις των μισθών, δεν έφερε μείωση στις τιμές των προϊόντων, ούτε και αυτών που εξάγονται. Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση του ΙΝΕ;

Εμείς αυτό το εναλλακτικό μοντέλο που έχουμε επεξεργαστεί (το γνωστό στη βιβλιογραφία ως «μοντέλο διόρθωσης άλματος») είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 586 ευρώ, όπου είναι, στα 750, εκεί που ήταν. Υπολογίσαμε ότι αν το εφαρμόσουμε σε 300 χιλιάδες εργαζόμενους από τους 1.800.000 που εργάζονται σήμερα στον ιδιωτικό τομέα, για έναν χρόνο από 1/1/2014, αυξάνεται η ζήτηση 0,75%, αυξάνεται το ΑΕΠ 0,5%, και δημιουργούνται 7.000 νέες θέσεις εργασίας. Μέσα σε 5 χρόνια θα κερδηθεί το 15% του ΑΕΠ από το 25% που έχει χαθεί. Το υπόλοιπο 10% που αντιστοιχεί σε 150.000 θέσεις εργασίας δεν πρόκειται να ανακτηθεί ποτέ.
Στον δεύτερο χρόνο αυτό το μέτρο όμως θα πρέπει να ενισχυθεί και από ένα σχέδιο επενδύσεων και ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας. Ειναι εντελώς λανθασμένη η πεποίθηση πως κάθε αύξηση μισθών μειώνει τα κέρδη και επιδεινώνει την ανταγωνιστικότητα. Μια πολιτική ανάπτυξης με αύξηση του κατώτατου μισθού θα αυξήσει τις πωλήσεις και θα μειώσει το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό. Εξάλλου, ο μοναδικός δείκτης που έχει ανεβεί κατακόρυφα από το 2009 έως σήμερα στην Ελλάδα είναι ο λόγος του διαθέσιμου εισόδηματος των εταιρειών προς τις αμοιβές της εργασίας (εισόδημα υπολογισμένο μετά τους φόρους επί των κερδών και της περιουσίας).

• Η ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας θα έχει ως ατμομηχανές τον τουρισμό και την οικοδομή πάλι;

Εμείς θεωρούμε ότι δεν μπορεί να είναι ηγετικός κλάδος της ελληνικής οικονομίας η οικοδομή. Θεωρούμε ότι δύο αντιπαραγωγικοί κλάδοι που έχει η ελληνική οικονομία είναι η οικοδομή και η πολεμική βιομηχανία. Θα έχουμε φυσικά σπίτια, καταστήματα, εργοστάσια, αλλά θα είναι συμπληρωματικός κλάδος. Ηγετικοί κλάδοι της οικονομίας μπορεί να είναι η ενέργεια, μπορεί να είναι η φαρμακοβιομηχανία και ο τουρισμός, αρκεί να αποκτήσει αναπτυξιακό ρόλο. Ο τουρισμός είναι μια ζήτηση. Εμείς οι οικονομολόγοι θέλουμε αυτή τη ζήτηση να της δώσουμε αναπτυξιακή διάσταση. Πώς; Δημιουργώντας γύρω από αυτή τη ζήτηση, γύρω δηλαδή από τους τουρίστες, έναν δακτύλιο δραστηριοτήτων. Είτε της πρωτογενούς παραγωγής, δηλαδή των αγροτικών προϊόντων, είτε της δευτερογενούς παραγωγής, δηλαδή της μεταποίησης.

• Αν κάνουμε μια μελέτη κόστους – οφέλους του τουρισμού στην Ελλάδα, τι θα διαπιστώσουμε;

Είναι ξεκάθαρο πως το κόστος του τουρισμού στην Ελλάδα σήμερα είναι μεγαλύτερο από το όφελος. Γιατί το όφελος του τουρισμού είναι σε όρους χρηματικούς, αυτό που πληρώνεις στο ξενοδοχείο, στο αεροδρόμιο, στο αεροπλάνο, αλλά δεν έχει διαχυθεί στην πραγματική οικονομία. Δηλαδή στην κατανάλωση αγροτικών προϊόντων και στην κατανάλωση βιομηχανικών προϊόντων που παράγονται στη χώρα μας και όχι που παράγονται στο εξωτερικό και εισάγονται. Γιατί μέσα στην τιμή του προϊόντος που εισάγεται υπάρχει και το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης. Κατά συνέπεια, τόσα χρόνια, από τους 10-12 εκατομμύρια τουρίστες που έρχονται στην Ελλάδα, εμείς συμμετέχουμε και στη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης στις χώρες τους...
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....