Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανταγωνιστικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανταγωνιστικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Η θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη από Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ

Στην 81η θέση η Ελλάδα, στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας των χωρών από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (World Economic Forum), μεταξύ 144 χωρών για την περίοδο 2014-2015.
Οι 12 δείκτες που αξιολογεί το WEF: Είναι οι δείκτες αφορούν τους θεσμούς, τις υποδομές, το μακροοικονομικό περιβάλλον, την υγεία και την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, την ανώτερη εκπαίδευση και την επαγγελματική εκπαίδευση, την αποτελεσματικότητα των αγορών προϊόντων, την αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας, την εξέλιξη της χρηματοπιστωτικής αγοράς, την τεχνολογική ετοιμότητα, το μέγεθος της αγοράς, το γνωστικό επίπεδο των επιχειρήσεων και την καινοτομία.
Η κατάταξη της Ελλάδας όσον αφορά τους 12 δείκτες και οι μεταβολές που σημειώνονται σε σχέση με την περυσινή έκθεση είναι οι ακόλουθες:
-Στην Υγεία και την Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η Ελλάδα υποχώρησε καθοδικά στην 41η θέση από την 35η θέση.
-Στην Ανώτερη (δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση) και την επαγγελματική εκπαίδευση, η Ελλάδα υποχώρησε στην 44η θέση από την 41η θέση.
-Στους θεσμούς σημειώνεται άνοδος στην 85η θέση από την 103η θέση (η σύγκριση για την περυσινή περίοδο γίνεται μεταξύ 148 χωρών).
-Στις υποδομές η Ελλάδα ανεβαίνει στην 36η από την 38η θέση.
-Στο μακροοικονομικό περιβάλλον σημειώθηκε άνοδος στην 135η θέση από την 147η θέση. Η άνοδος αυτή οφείλεται στη μεγάλη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας στο 2,6% του ΑΕΠ από 6,4%, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να ανεβεί η Ελλάδα στην 66η θέση όσον αφορά το ισοζύγιο του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης από την 130η θέση πέρυσι.
-Όσον αφορά το δημόσιο χρέος, η Ελλάδα βρίσκεται στην 142η θέση από την 147η θέση πέρυσι.
-Όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα της αγοράς προϊόντων, σημειώθηκε μεγάλη άνοδος στην 85η από την 108η θέση.
-Άνοδος στην 118η από την 127η θέση καταγράφηκε και στην αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας.
-Ως προς τη χρηματοπιστωτική αγορά, καταγράφηκε άνοδος στην 130η από την 138η θέση, με την Ελλάδα όμως να έχει όμως στον τομέα αυτό τη δεύτερη χειρότερη επίδοση (μετά το μακροοικονομικό περιβάλλον) μεταξύ των 12 δεικτών.
-Στον τομέα της τεχνολογικής ετοιμότητας, η χώρα διατήρησε την 39η θέση που είχε και πέρυσι.
-Όσον αφορά το μέγεθος της αγοράς, σημειώθηκε μικρή υποχώρηση στην 49η από την 47η θέση.
-Στον δείκτη του γνωστικού επιπέδου των επιχειρήσεων, καταγράφηκε άνοδος στην 74η από την 83η θέση.
-Στην καινοτομία, σημειώθηκε επίσης άνοδος στην 79η θέση από την 87η θέση.

Πηγή: Εφημερίδα Έθνος
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Γιατί οι μειώσεις μισθών δεν βοήθησαν την ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα

Κροκοδείλια δάκρυα χύνουν κατόπιν εορτής οι «εγκέφαλοι» του ΔΝΤ για τις λανθασμένες εκτιμήσεις περί αύξησης της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας μέσω της εσωτερικής υποτίμησης και της μείωσης του κόστους εργασίας. Όπως διαπιστώνει η ετήσια έκθεση για την ελληνική οικονομία του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), την περίοδο 2010-2013 η μείωση του μοναδιαίου κόστος εργασίας κατά 16,1%, αντί να βελτιώσει το επίπεδο της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, επιδείνωσε τη θέση μας στη διεθνή κατάταξη, με αποτέλεσμα από την 54η θέση να πέσουμε στην 57η.
Επιπλέον το ΑΕΠ υποχώρησε σωρευτικά κατά 23,5%, η παραγωγικότητα της εργασίας στο τέλος του 2013 μειώθηκε κατά 4,8% έναντι του 2008 και θα παραμείνει στο ίδιο σημείο μέχρι το τέλος του 2014, ενώ οι θέσεις εργασίας που χάθηκαν ανέρχονται σε 930.000.
Αφού μας επέβαλαν μείωση μισθών και συντάξεων κατά 40%-50%, με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί η εσωτερική ζήτηση, θυμήθηκαν ότι η προώθηση μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας δεν ήταν ανάγκη να γίνει μέσω της ελεύθερης πτώσης των μισθών.
Με μεγάλη καθυστέρηση διαπίστωσαν ότι η εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα έγινε κυρίως μέσω περικοπών θέσεων εργασίας και συρρίκνωσης της εσωτερικής ζήτησης και όχι μέσω διαρθρωτικών αλλαγών που θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να ανακατανείμουν τους εργαζομένους σε εξαγωγικούς κλάδους της οικονομίας. Η ζημιά που έχουν υποστεί πλέον η παραγωγική βάση και ο κοινωνικός ιστός της χώρας απαιτεί πολύχρονη και επίπονη προσπάθεια για να αποκατασταθεί.
«Επιβεβαιώνουν δηλαδή αυτό που είχαμε προβλέψει εμείς από το 2010», τονίζει ο κ. Σάββας Ρομπόλης, τέως επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, ο οποίος έχει την ευθύνη για τη σύνταξη της ετήσιας έκθεσης για τις μακρο-οικονομικές κοινωνικές παραγωγικές επενδυτικές, εισοδηματικές κ.λπ. επιπτώσεις που θα είχε η εφαρμογή αυτού του προγράμματος νεοφιλελεύθερης έμπνευσης στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Επιβεβαιώνεται, επίσης, αυτό που έλεγε ο Αυστριακός οικονομολόγος Πίτερ Ντράκερ, ότι «τίποτε δεν υπάρχει πιο άχρηστο από το να κάνεις αποδοτικό αυτό που δεν έπρεπε να γίνει».
Οι εκτιμήσεις για την πορεία της ανεργίας, που σκαρφάλωσε στο 27,3% το 2013 (1.350.000 άνεργοι), παραμένουν δυσοίωνες. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO) προβλέπει ότι το 2020 η ανεργία δεν θα έχει υποχωρήσει από τα επίπεδα του 22%, ενώ το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμά ότι το 2019 θα κυμαίνεται στο 22%-23%. Στις δραματικές επιπτώσεις της υψηλής ανεργίας δεν μετράται μόνο η χαμένη γενιά των νέων 15-24 ετών (178.000 άνεργοι) αλλά και η αύξηση του αριθμού των συνταξιο­δοτήσεων. Μια πολυπληθής κατηγορία εργαζομένων 44-62 ετών (359.000 άτομα) που προέρχονταν από τον επισιτισμό, τον κατασκευαστικό τομέα και τις υπηρεσίες έμειναν χωρίς δουλειά και επίδομα ανεργίας, με αποτέλεσμα να προτιμήσουν την πρόωρη συνταξιοδότηση ακόμα και με μειωμένη σύνταξη.
Οι στρεβλώσεις που προκάλεσε η αύξηση της ανεργίας επιβεβαιώνονται και από τα πρόσφατα στοιχεία του ΙΚΑ. Σε σύνολο 1.066.688 ατόμων που συνταξιοδοτήθηκαν το 2014, τα 553.448, δηλαδή πάνω από το 50%, βγήκαν στη σύνταξη με ασφαλιστικό βίο που δεν ξεπερνά τα 20 χρόνια. Οι συνταξιούχοι όλων των κατηγοριών που συμπλήρωσαν 30 χρόνια δουλειάς ανέρχονται σε 260.529, όσοι κάλυψαν 35ετία σε 103.233, ενώ όσοι την ξεπέρασαν είναι 149.478 άτομα.
Ωστόσο το ρεκόρ αύξησης του αριθμού των νέων συνταξιούχων σημειώθηκε το 2010, όταν βγήκαν στη σύνταξη 100.000 ασφαλισμένοι για να αποφύγουν τις επιπτώσεις του νέου Ασφαλιστικού έναντι 40.000 τον χρόνο μέχρι το 2009.

Νέες αλλαγές στο Ασφαλιστικό από φθινόπωρο
Παρά τις περικοπές των παροχών, η αύξηση των συνταξιούχων, η ανεργία, η μείωση των μισθών, η ευέλικτη και ανασφάλιστη εργασία και, κυρίως, το PSI μείωσαν το αποθεματικό κεφάλαιο των ασφαλιστικών ταμείων από 26 δισ. ευρώ (2009) σε 4,5 δισ. ευρώ (2013) και μετατόπισαν το οριακό έτος εξέλιξής τους από το 2014 στο 2016, δηλαδή μόνο κατά δύο χρόνια.
Aυτά τα θέματα-αγκάθια θα αναδειχθούν τον Σεπτέμβριο με την υποβολή των αναλογιστικών μελετών των Ταμείων, οι οποίες θα κρίνουν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Είναι προφανές ότι οι αναλογιστικές μελέτες και οι διαπιστώσεις - προτάσεις του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) θα αποτελέσουν το επιστημονικό άλλοθι για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που σχεδιάζεται το φθινόπωρο με όχημα την ενοποίηση των Ταμείων. Η τρόικα στην επόμενη αξιολόγηση περιμένει την οριστικοποίηση των παρεμβάσεων, οι οποίες θα ψηφιστούν τον Οκτώβριο και θα εφαρμοστούν από την 1/1/2015. Το βασικό αξίω­μα της μεταρρύθμισης θα είναι η ενίσχυση της σχέσης ενιαίων εισφορών και ενιαίων παροχών για το σύνολο των ασφαλισμένων, καθώς και η εξάλειψη των αδικαιολόγητων εξαιρέσεων προκειμένου τα Ταμεία να συντηρούνται με ίδιους πόρους ώστε να μην απαιτείται η συνεισφορά των κρατικών επιχορηγήσεων οι οποίες θα βαίνουν έτσι κι αλλιώς μειούμενες.
Αυτό σημαίνει ότι η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος θα λειτουργεί ως οιονεί μοντέλο όχι μόνο για τις επικουρικές συντάξεις και το εφάπαξ αλλά και για την κύρια σύνταξη.

Πηγή: newmoney.gr - Της Μαίρης Λαμπαδίτη
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

«Ανταγωνιστικότητα» στην Ελλάδα: Χαμηλό κόστος εργασίας και φτώχεια


Γερμανικές έρευνες καταδεικνύουν το κόστος που έχει στην Ελλάδα η πίεση για άνοδο της «ανταγωνιστικότητας». Μόνο η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι φτωχότερες χώρες από την Ελλάδα στην ΕΕ, όπως καταδεικνύει έρευνα του Ινστιτούτου Γερμανικής Οικονομίας (IW). Την ίδια ώρα, τα ελληνικά εργατικά χέρια είναι τα πιο φτηνά στην ΕΕ προ του 2004 μετά τα πορτογαλικά, σύμφωνα με έρευνα της Στατιστικής Υπηρεσίας της Γερμανίας (Destatis). Όπως προκύπτει από τις συγκριτικές μετρήσεις του IW, η Γερμανία βρίσκεται στην 7η θέση της κατάταξης των 27 χωρών της ΕΕ με βάση την ευημερία. Την ξεπερνούν η Δανία, η Σουηδία η Φινλανδία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία και η Αυστρία. Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, τα γερμανικά νοικοκυριά «βγάζουν» με άνεση τον μήνα. Η έρευνα καθορίζει τον παράγοντα της φτώχειας με βάση 4 δείκτες:

  1. Εισοδηματική φτώχεια (αφορά όσους διαθέτουν εισόδημα κάτω από το 60% του εθνικού μέσου όρου) 
  2. Υποκειμενική εισοδηματική φτώχεια (προσδιορίζεται από την ατομική εκτίμηση) 
  3. Στέρηση (χαμηλό επίπεδο διαβίωσης) 
  4. Οικονομική στενότητα (βαθμός εισοδηματικής επάρκειας ενός νοικοκυριού) 

Ως βασικά «θύματα» της φτώχειας στην ΕΕ καταδεικνύονται οι άνεργοι, οι ανύπαντροι γονείς και οι μετανάστες. Η έρευνα επισημαίνει ως αποτελεσματική μέθοδο καταπολέμησης του φαινομένου την ανάληψη πρωτοβουλιών στον εργασιακό τομέα, όπως και τη λήψη μέτρων για τη στήριξη ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων. Σημειωτέον, η Ελλάδα και η Ισπανία «συναγωνίζονται» τις πιο αρνητικές ευρωπαϊκές επιδόσεις στον τομέα της απασχόλησης. Την ίδια ώρα, εν μέσω διαρκών πιέσεων της τρόικας προς την Ελλάδα για μείωση του κόστους εργασίας ως μόνη λύση με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, έρευνα της Destatis καταδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι στον ελληνικό ιδιωτικό τομέα είδαν να μειώνεται το ποσό που λαμβάνουν ανά ώρα εργασίας, κατά μέσο όρο 6,8 το 2012. Σε όλες τις άλλες χώρες της ΕΕ, το ίδιο έτος, καταγράφηκε μεσοσταθμική αύξηση κατά 2,1%. Το κόστος της ωριαίας εργασίας στον ιδιωτικό τομέα το 2012 κυμάνθηκε στα 15,5 ευρώ στην Ελλάδα. Η υψηλότερη αύξηση καταγράφηκε στη Βουλγαρία και την Εσθονία (6.4%) αλλά και στην Αυστρία (4.4%). Η Ελλάδα κατατάσσεται 15η με βάση το κόστος εργασίας στη σημερινή ΕΕ. Το ελληνικό κόστος εργασίας είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ προ του 2004, με εξαίρεση την Πορτογαλία, όπου οι εργοδότες πληρώνουν κατά μέσο όρο 12,3 ευρώ για κάθε ώρα εργασίας. Πανευρωπαϊκά, στο υψηλότερο επίπεδο βρίσκεται η Σουηδία με 41,9 ευρώ ανά ώρα και στο χαμηλότερο η Βουλγαρία, με 3,70 ευρώ ωριαίο κόστος για κάθε εργαζόμενο.

Πηγές: Deutsche Welle, Destatis, EnetEnglish.gr
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....