Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όρια φτώχειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όρια φτώχειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ένας στους 3 στο όριο της φτώχειας

Πάνω από ένας στους τρεις Έλληνες (35,7%) ζει κοντά στο όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, το δε 23% ζει με πενιχρό εισόδημα, ακόμα και μετά τις μεταβιβάσεις των κοινωνικών επιδομάτων, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2013, που δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα.
Τα ποσοστά αυτά κατατάσσουν την Ελλάδα στις χώρες της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού κοντά στο όριο της φτώχειας, μετά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Σύμφωνα με τη Eurostat, άτομα κοντά στο όριο της φτώχειας θεωρούνται εκείνα που ζουν σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα κάτω του 60% του εθνικού μέσου διαθέσιμου εισοδήματος (μετά τις μεταβιβάσεις των κοινωνικών επιδομάτων), ή που αδυνατούν να καλύψουν σημαντικά αγαθά, ή που ζουν σε νοικοκυριά χαμηλής εντάσεως εργασίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2013, στην Ελλάδα ζούσαν 3,9 εκατομμύρια άνθρωποι κοντά στο όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ή το 35,7% του πληθυσμού, έναντι 28,1% το 2008.
Την ίδια χρονιά στην ΕΕ, 120 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν κοντά στο όριο της φτώχειας, ή το 24,5% του πληθυσμού, έναντι 23,8% το 2008.
Τα υψηλότερα ποσοστά πληθυσμού που ζουν κοντά στο όριο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού καταγράφηκαν στη Βουλγαρία (48%), στη Ρουμανία (40%), στην Ελλάδα (35,7%), στη Λετονία (35%) και στην Ουγγαρία (33%).
Αντιθέτως, τα χαμηλότερα ποσοστά πολιτών που ζουν στο όριο της φτώχειας καταγράφονται στην Τσεχία (14,6%), στην Ολλανδία (15,9%), στη Φινλανδία (16%) και στη Σουηδία (16,4%).
Εξάλλου, το 16,7% του πληθυσμού της ΕΕ ζούσε με πενιχρό εισόδημα, μετά τις μεταβιβάσεις των κοινωνικών επιδομάτων. Τα υψηλότερα ποσοστά πληθυσμού με πενιχρό εισόδημα καταγράφηκαν στην Ελλάδα (23,1%), στη Ρουμανία (22,4%), στη Βουλγαρία (21%), στη Λιθουανία (20,6%) και στην Ισπανία (20,4%) και τα χαμηλότερα καταγράφηκαν στην Τσεχία (8,6%) και στην Ολλανδία (10,4%).
Σε ό,τι αφορά το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού που αδυνατεί να καλύψει σημαντικά υλικά αγαθά, το 2013 ανήλθε σε 20,3%, έναντι 9,6% στην ΕΕ. Ο συγκεκριμένος δείκτης παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση στην ΕΕ, ξεκινώντας από 1,4% στη Σουηδία και 1,8% στο Λουξεμβούργο και φτάνοντας στο 43% στη Βουλγαρία.
Σημειώνεται ότι άτομα που αδυνατούν να καλύψουν σημαντικά υλικά αγαθά θεωρούνται εκείνα τα οποία αδυνατούν να καλύψουν τέσσερα από τα ακόλουθα εννέα αγαθά: 1) ενοίκιο, ή εξόφληση δανείου 2) θέρμανση 3) απρόοπτα έξοδα 4) διατροφή με κρέας ή ψάρι κάθε δύο ημέρες 5) διακοπές εκτός οικίας για μία εβδομάδα 6) αυτοκίνητο 7) πλυντήριο ρούχων 8) έγχρωμη τηλεόραση 9) τηλέφωνο.
Τέλος, το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά χαμηλής εντάσεως εργασίας στην ΕΕ, καταγράφεται το 2013 στην Ελλάδα με 18,2%, έναντι 10,7% στην ΕΕ. Μετά την Ελλάδα ακολουθούν η Κροατία (16%) και η Ισπανία (15,7%).

Πηγή:http://www.enikos.gr
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Αποκαρδιωτικά τα στοιχεία για τις συνθήκες διαβίωσης εν μέσω της κρίσης: Το 20% των ανθρώπων ζει με στερήσεις και 2,5 εκατ. πολίτες βρίσκονται στα όρια της φτώχειας

Ζοφερά είναι τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων στη χώρα μας το 2013. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, το 20,3% του πληθυσμού στερείται βασικά αγαθά, ενώ το 23,1% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας.
Ειδικότερα και σε ό,τι αφορά στους ανθρώπους που στερούνται, από τη μελέτη των δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας προκύπτει ότι η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δυσκολία ικανοποίησης έκτακτων οικονομικών αναγκών, αδυναμία κάλυψης εξόδων για διακοπές μίας εβδομάδας το χρόνο, αδυναμία διατροφής που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας ή ψάρι, αδυναμία πληρωμής για ικανοποιητική θέρμανση της κατοικίας, έλλειψη βασικών αγαθών όπως πλυντήριο ρούχων, έγχρωμη τηλεόραση, τηλέφωνο ή αυτοκίνητο, αδυναμία αποπληρωμής δανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών), δεν αφορά μόνο το φτωχό πληθυσμό αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού.
Κατά τη διάρκεια των 4 τελευταίων ετών (2010-2013), υπάρχει αύξηση της υλικής στέρησης (δηλαδή αύξηση του πληθυσμού που, λόγω οικονομικών δυσκολιών, στερείται τεσσάρων τουλάχιστον βασικών αγαθών και υπηρεσιών από αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω).
Η αύξηση αυτή είναι μεγαλύτερη στα άτομα ηλικίας έως 64 ετών, από ότι στα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. Πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες με αποτέλεσμα να στερείται, τουλάχιστον, τέσσερις από τις εννέα, συνολικά, διαστάσεις της υλικής στέρησης ανέρχεται σε 20,3% το 2013, ενώ το ποσοστό αυτό ήταν 19,5% το 2012, 15,2 % το 2011, και 11,6% το 2010.

Αποτελέσματα
Ο πληθυσμός που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες με αποτέλεσμα να στερείται, τουλάχιστον, τέσσερις από τις εννέα, συνολικά, διαστάσεις της υλικής στέρησης είναι:
23,3% των παιδιών ηλικίας κάτω των 18 ετών.
35,2% του πληθυσμού ηλικίας 18 έως 59 ετών που έχει ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. 21,6% του πληθυσμού ηλικίας 18 έως 64 ετών. 9,4% του πληθυσμού ηλικίας 18 έως 59 ετών που έχει ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
13,7% του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω.
15% γυναίκες ηλικίας 65 ετών και άνω.
12,1% άνδρες ηλικίας 65 ετών και άνω.
Ο μέσος όρος αγαθών και υπηρεσιών που στερείται το σύνολο των νοικοκυριών, από τις εννέα, συνολικά, διαστάσεις της υλικής στέρησης, εκτιμάται σε 3,9.
Τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ελλείψεις βασικών ανέσεων, στην κύρια κατοικία κατατάσσονται, κατά καθεστώς ιδιοκτησίας, ως εξής:
3,7% των νοικοκυριών με ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κλπ.)
6,7% των νοικοκυριών με ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κλπ.)
9,9% σε ενοικιασμένη κατοικία
9,6% σε παραχωρημένη δωρεάν κατοικία Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 27,3% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 22,9% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 42% για τον φτωχό πληθυσμό.
Τα νοικοκυριά που δηλώνουν ότι επιβαρύνονται από το κόστος στέγασης ανέρχονται σε 36,9% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 19,9% για τον μη φτωχό πληθυσμό και 93,1% για τον φτωχό πληθυσμό.
Το 41,5% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού εκτιμάται σε 4,7%.
Το 79,1% του φτωχού πληθυσμού και το 39,1% του μη φτωχού δηλώνει οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους, περίπου, 550 ευρώ.
Περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή προβλήματα από την κυκλοφορία αυτοκινήτων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει το 26,6% του συνολικού πληθυσμού, ενώ ποσοστό 19,4% του ίδιου πληθυσμού αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα στην περιοχή του.
Το ποσοστό του συνολικού πληθυσμού που δηλώνει οικονομική αδυναμία να έχει ικανοποιητική θέρμανση ανέρχεται σε 29,4%, ενώ είναι 48,6% για το φτωχό πληθυσμό και 24,3% για το μη φτωχό πληθυσμό.
Το 37,4% του μη φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι επιβαρύνεται πάρα πολύ από τις συνολικές δαπάνες στέγασης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το φτωχό πληθυσμό εκτιμάται σε 60,3%.
Το 36,8% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων.
Το 57,9% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει δυσκολία στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών εγκαίρως , όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κλπ.
Το 59% του φτωχού πληθυσμού αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.
Το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 1.784 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.428 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 1.879 ευρώ.
Το 22,8% του φτωχού πληθυσμού, το 9,0% του μη φτωχού πληθυσμού και το 11,9% του συνολικού πληθυσμού δε διαθέτουν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 18,1% των φτωχών νοικοκυριών, το 9,4% των μη φτωχών και το 11,3% του συνόλου των νοικοκυριών δε διαθέτουν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και το χρειάζονται, λόγω οικονομικής αδυναμίας.
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία για τον κίνδυνο φτώχειας, το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.023 ευρώ ετησίως ανά άτομο και σε 10.547 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.
Το 2013, το 23,1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας όταν το όριο φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου εισοδήματος του νοικοκυριού.
Το μέσο ετήσιο ατομικό ισοδύναμο εισόδημα ανέρχεται σε 9.303 ευρώ και το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας σε 16.170 ευρώ.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 892.763 και τα μέλη τους σε 2.529.005.

Βασικές διαπιστώσεις
Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται στο 28,8%και είναι υψηλότερος κατά 5,7 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.
Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών ανέρχεται σε 15,1% και είναι μειωμένος κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2012.
Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά όπου δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες, συνολικά, το έτος, ανέρχεται σε 1.200.800 άτομα ή σε 19,6% του πληθυσμού ηλικίας 18-59 ετών, ενώ το 2012 ανερχόταν σε 1.010.900 άτομα.
Το ποσοστό του πληθυσμού που απειλείται από τη φτώχεια ως προς το σύνολο του πληθυσμού για κάθε μία από τις παρακάτω ομάδες είναι:
Άνδρες άνεργοι 50,7%.
Μονογονεϊκά νοικοκυριά με, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί 37,2%.
Λοιποί μη οικονομικά ενεργοί (εκτός συνταξιούχων 30,3%.
Παιδιά ηλικίας 0-17 ετών 28,8%. Νοικοκυριά με έναν ενήλικο ηλικίας κάτω των 65 ετών 24,4%.
Μονοπρόσωπα νοικοκυριά με μέλος θήλυ 22,9%.
Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται σε 3.903.800 άτομα ή σε 35,7% του συνόλου του πληθυσμού (το έτος 2012 ήταν 3.795.100 άτομα).
Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, υπολογιζόμενος με κατώφλια διάφορα του 60% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ανέρχεται σε:
11,1%, αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος,
16,6%, αν το κατώφλι οριστεί στο 50% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος
31,4%, αν το κατώφλι οριστεί στο 70% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, αντίστοιχα.

Κοινωνικές μεταβιβάσεις και κίνδυνος φτώχειας
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 53,4%, ενώ, όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα, μειώνεται στο 28%. Τέλος, το ανωτέρω ποσοστό μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 23,1%.
Τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού της φτώχειας κατά 4,9 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι συντάξεις συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού της φτώχειας κατά 25,4 ποσοστιαίες μονάδες.
Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό της φτώχειας κατά 30,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) εκτιμάται σε 89,5% για άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, ενώ πριν τα κοινωνικά επιδόματα (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων) εκτιμάται στο 19,2%.
Ο κίνδυνος φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις για άτομα ηλικίας 18-64 ετών (μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο διαθέσιμο εισόδημα) για αυτή την ομάδα ηλικιών, εκτιμάται στο 45,8%, ενώ όταν δεν συμπεριλαμβάνονται τα κοινωνικά επιδόματα, αλλά συμπεριλαμβάνονται οι συντάξεις στο διαθέσιμο εισόδημα, εκτιμάται στο 28,8%.
Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων) αποτελούν το 44,6% του συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών της χώρας, εκ του οποίου οι συντάξεις αναλογούν στο 44%, ενώ τα κοινωνικά επιδόματα στο 4,6%.

Χαρακτηριστικά πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι υψηλότερο στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες, συγκεκριμένα 23,8% και 22,4%, αντίστοιχα.
Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά με θήλυ μέλος απειλούνται από τη φτώχεια σε ποσοστό 22,9%, ενώ τα αντίστοιχα με άρρεν μέλος σε ποσοστό 21,8%.
Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε 15,1%, ενώ για άτομα ηλικίας έως 17 ετών σε 28,8%.
Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών υπολογίζεται σε 17,2%, ενώ για άτομα ηλικίας κάτω των 75 ετών σε 23,7%.
Ο κίνδυνος φτώχειας των μονογονεϊκών νοικοκυριών με, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 37,2%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για τα νοικοκυριά με δύο γονείς και ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 20,2%.
Οι εργαζόμενοι κινδυνεύουν λιγότερο από τους ανέργους και τους οικονομικά μη ενεργούς (συνταξιούχους, νοικοκυρές κ.λπ.). Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας στους εργαζομένους ανέρχεται σε 13,1% (άνδρες 13,4% και γυναίκες 12,6%), στους λοιπούς οικονομικά μη ενεργούς (δεν περιλαμβάνονται οι συνταξιούχοι) σε 30,2% και στους ανέργους σε 46,5%.
Ο κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται σε 10,7%, ενώ για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση ανέρχεται σε 27%.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛ.ΣΤΑΤ. ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΕΔΩ.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛ.ΣΤΑΤ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΦΤΩΧΕΙΑΣ, ΕΔΩ.
Πηγή: Εφημερίδα Κέρδος
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Το 18% των Ελλήνων δεν έχει χρήματα ούτε για τρόφιμα – 1 στους 5 ενηλίκους ζει σε οικογένεια χωρίς εργαζόμενο

Διπλασιάστηκε ο αριθμός των Ελλήνων σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, που δεν έχει τη δυνατότητα ούτε για να αγοράσει τρόφιμα, αλλά και ο αριθμός των οικογενειών χωρίς εργασία.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με την ΄Εκθεση του ΟΟΣΑ (Society at a Glance 2014), το ποσοστό αυτό φτάνει στο 17,9%, κάτι που δεν παρατηρείται ούτε στις χώρες με χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, όπως είναι η Βραζιλία και η Κίνα. Οι απώλειες εισοδήματος στο διάστημα 2007-2013 είναι τεράστιες, με τη μέση απώλεια ανά άτομο να υπολογίζεται στις 4.400 ευρώ, απώλεια που είναι η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και 4 φορές από τα μέσα επίπεδα των χωρών της Ευρωζώνης.
Κύρια αιτία είναι η έκρηξη των ποσοστών ανεργίας και κυρίως στους νέους, Επίσης σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, μόνο η χώρα μας μαζί με την Ιταλία δεν έχει πρόβλεψη για Εθνικό Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα!
Το ίδιο αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία που αφορούν στην απασχόληση, καθώς οι οικογένειες που δεν έχουν ούτε ένα εργαζόμενο έχουν σχεδόν διπλασιαστεί στο ίδιο διάστημα. Συγκεκριμένα ο 1 στους 5 ενηλίκους ζει σε νοικοκυριό όπου κανείς δεν εργάζεται! Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ για το μέλλον είναι ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα βάλει τέλος στην οικονομική κρίση και καλεί τις ελληνικές αρχές να πάρουν μέτρα για τη στήριξη των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, κυρίως των μακροχρόνια ανέργων και των φτωχών νοικοκυριών.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ακραία φαινόμενα φτώχειας στην Ελλάδα

Η Ομάδα Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, εξέδωσε την επικαιροποιημένη εκτίμησή της για την «ανατομία της φτώχειας στην Ελλάδα του 2013» και τα στοιχεία είναι άκρως ανησυχητικά.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, Μάνο Ματσαγγάνη και Χρύσα Λεβέντη, το μέγεθος της φτώχειας και η εξέλιξή της εξαρτώνται από το ύψος του ορίου φτώχειας. Στην ανάλυσή τους οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τρεις δείκτες: το κυμαινόμενο όριο σχετικής φτώχειας (ίσο με 60% του διαμέσου εισοδήματος), το σταθερό όριο σχετικής φτώχειας (ίσο με 60% του διαμέσου εισοδήματος του 2009, σε σταθερές τιμές), και το όριο ακραίας φτώχειας (ίσο με το κόστος ενός βασικού καλαθιού αγαθών απαραίτητου για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης).
Όπως διαπιστώνουν το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το συμβατικό όριο σχετικής φτώχειας αυξάνεται αργά αλλά σταθερά. Εναλλακτικά, υπολόγισαν ότι ο αριθμός όσων θα θεωρούσαμε φτωχούς πριν το ξέσπασμα της κρίσης, φτάνει πλέον το 41% του πληθυσμού. Επί πλέον, εκτιμούν ότι 1 στους 7 έχει σήμερα εισόδημα κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας, όταν το 2009 ήταν 1 στους 9 και μόλις 1 στους 45 το 2009. Ο κύριος μηχανισμός διόγκωσης της φτώχειας, εκτιμούν οι επιστήμονες, είναι η κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των ανέργων, σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά που παρουσιάζει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Και καταλήγουν, επισημαίνοντας πως η αντιμετώπιση του «νέου κοινωνικού ζητήματος» είναι αδύνατη χωρίς γενναία στροφή στην κοινωνική πολιτική…
Αναλυτικά, το ποσοστό σχετικής φτώχειας με βάση ένα κυμαινόμενο όριο φαίνεται να έχει αυξηθεί λίγο την τελευταία τετραετία (+3 ποσοστιαίες μονάδες). Όμως, το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από ένα σταθερό όριο (το τιμαριθμικά αναπροσαρμοσμένο όριο φτώχειας του 2009) έχει υπερδιπλασιαστεί, υποδηλώνοντας ότι ο αριθμός όσων θα θεωρούσαμε φτωχούς πριν το ξέσπασμα της κρίσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Από την άλλη, ο αριθμός των οικογενειών με χαμηλότερο εισόδημα από το κόστος ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης έχει αυξηθεί δραματικά σε 14% το 2013 (από 2% το 2009). Η κάθοδος στην ακραία φτώχεια ενός τόσο υψηλού (και αυξανόμενου) τμήματος του πληθυσμού αποκαλύπτει την αδυναμία του συστήματος κοινωνικής προστασίας να αποτρέψει την ακραία φτώχεια σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης.
Πράγματι, η φτώχεια των ανέργων έχει φτάσει σε επίπεδα συναγερμού και επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα (αντίθετα από ό,τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) απέτυχε να ανταποκριθεί στην αύξηση του αριθμού των ανέργων θέτοντας σε κίνηση συμπαγείς μηχανισμούς στήριξης του εισοδήματος τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το δεύτερο τρίμηνο του 2013 ο αριθμός των ανέργων είχε ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο 350 χιλιάδες, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας το ίδιο τρίμηνο ήταν 158 χιλιάδες: με άλλα λόγια, μόλις 1 στους 9 ανέργους (ποσοστό 11,7%). Η εργασία επιβεβαιώνει ότι η θεαματική αύξηση του αριθμού των ανέργων, σε συνδυασμό με τα τραγικά κενά που εξακολουθεί να παρουσιάζει το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, έχει παρασύρει χιλιάδες οικογένειες στην (συχνά ακραία) φτώχεια.

Όριο ακραίας φτώχειας
Οι δύο δείκτες φτώχειας που παρουσιάστηκαν παραπάνω συμπληρώνουν την εικόνα του «τι σημαίνει φτώχεια» αλλά δεν την εξαντλούν.
Η έκθεση ξεκαθαρίζει πως ενώ κάποτε η φτώχεια οριζόταν κατά κυριολεξία, ως απόλυτη έννοια (φτωχός εθεωρείτο όποιος δεν είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει τα «προς το ζην»), στις ανεπτυγμένες χώρες, ο ορισμός αυτός έπεσε σταδιακά σε αχρηστία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού ο συνδυασμός ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, πλήρους απασχόλησης και επαρκούς κοινωνικής προστασίας εξάλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά το φαινόμενο της απόλυτης φτώχειας. Όμως, οι επιστήμονες εκφράζουν την εκτίμησε ότι είναι καιρός να επαναφέρουμε την έννοια της απόλυτης, ή καλύτερα της ακραίας φτώχειας στην Ελλάδα. Ο τρίτος δείκτης που παρουσιάζουν οι επιστήμονες, αφορά στο όριο της ακραίας φτώχειας. Και όπως παραδέχονται οι Ματσαγγάνης – Λεβέντη, με κάποια αναπόφευκτη δόση αυθαιρεσίας, υπολογίζεται το κόστος ενός καλαθιού βασικών αγαθών το 2013 σύμφωνα με την εξέλιξη του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ ανά είδος αγαθού και εκτιμάται ότι το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε τύπο νοικοκυριού (ανάλογα με τον αριθμό και την ηλικία των μελών του, με την τοποθεσία και με το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατοικίας) μπορεί να θεωρηθεί όριο ακραίας φτώχειας (άρα το ποσοστό στον πληθυσμό όσων βρίσκονται κάτω από αυτό το όριο, δείκτης ακραίας φτώχειας).
Οι εκτιμήσεις λοιπόν, άκρως ανησυχητικές, δείχνουν ότι ο γενικός δείκτης ακραίας φτώχειας αυξάνεται δραματικά. Το σχετικό ποσοστό έχει φτάσει το 14% το 2013, ενώ ήταν 11% το 2012 και μόλις 2% το 2009.

Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι (λίγο πάνω από 1,5 εκατομμύριο);
Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν ακόμη να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις που είχαν εξοικονομήσει στο παρελθόν, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες (μάλλον όχι πια καταναλωτικά δάνεια), είτε συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας άλλους απλήρωτους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια). Προς το παρόν, οξύ πρόβλημα επιβίωσης αντιμετωπίζουν λιγότεροι. Όσο όμως παρατείνεται η κρίση, ο αριθμός τους αναγκαστικά θα αυξάνεται.
Για μερικές ομάδες του πληθυσμού η αύξηση της ακραίας φτώχειας είναι ακόμη δραματικότερη. Εκτιμάμε ότι 20% των παιδιών (έναντι 4% το 2009) ζει σε οικογένειες που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κατάσταση των ανέργων δείχνει να είναι ακόμη χειρότερη (ποσοστό ακραίας φτώχειας 34% το 2009, από 5% το 2009). Ακόμη: 24% όσων ζουν σε νοικοκυριά που βαρύνονται από ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, 21% όσων μένουν στην Αθήνα, 20% των φοιτητών ή σπουδαστών, 18% των ατόμων ηλικίας 30 έως 45 ετών, καθώς και 16% των αυτοαπασχολουμένων φαίνεται να διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το ελάχιστο κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Αντίθετα, οι μισθωτοί σε Δημόσιο, ΔΕΚΟ και Τράπεζες, οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ, καθώς και οι ιατροί, νομικοί ή μηχανικοί αντιμετωπίζουν ασήμαντα ποσοστά ακραίας φτώχειας. Από την άλλη, το αντίστοιχο ποσοστό στην περίπτωση των ηλικιωμένων είναι κάτω από 3%. Πράγματι, ακόμη και μια χαμηλή σύνταξη αρκεί για να καλύψει το κόστος απόκτησης των βασικών αγαθών που κρίναμε απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Υπό μια κρίσιμη προϋπόθεση όμως: ότι φάρμακα και περίθαλψη είναι δωρεάν. Στο βαθμό που η προϋπόθεση αυτή παραβιάζεται, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το ποσοστό των ηλικιωμένων που πλήττονται από την ακραία φτώχεια είναι (ενδεχομένως πολύ) υψηλότερο.
Το πλήρες κείμενο του Ενημερωτικού Δελτίου είναι διαθέσιμο εδώ.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Ένα στα τέσσερα νοικοκυριά στο όριο της φτώχειας

Ζοφερή είναι η εικόνα για τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καθώς σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το έτος 2012, το 23,1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας.
Ως κίνδυνος φτώχειας ορίζεται το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά, των οποίων το συνολικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα είναι χαμηλότερο του 60% του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος.
Έτσι σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έρευνα εισοδημάτων και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών για το 2012 της ΕΛΣΤΑΤ, το μέσο ετήσιο ατομικό ισοδύναμο εισόδημα ανέρχεται σε 10.676 ευρώ και το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας σε 17.977 ευρώ.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 914.873 και τα μέλη τους σε 2.535.700. Δηλαδή ένα στα τέσσερα νοικοκυριά, από τα 914.873, ζουν με εισόδημα κάτω των 1.000 ευρώ το μήνα.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Μετάλιο φτώχειας στην Ελλάδα

Την τρίτη θέση πίσω από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία καταλαμβάνει η Ελλάδα όσον αφορά στο ποσοστό του πληθυσμού που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας σύμφωνα με τα κοινοτικά δεδομένα.
Το ποσοστό των Ελλήνων που πληρούσε ένα από τα κοινοτικά κριτήρια για τον κίνδυνο φτώχειας ανήλθε το 2011 στο 31%, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 24,3%, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, που δόθηκαν τη Δευτέρα στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Βουλγαρία με 49,1% και στη Ρουμανία με 40,3%.
Eιδικότερα, τα κριτήρια της ΕΕ με τα οποία καθορίζεται ο κίνδυνος φτώχειας είναι το ύψος του εισοδήματος (αν είναι κάτω από το 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος), η έλλειψη ορισμένων βασικών μέσων διαβίωσης (όπως δυσκολίες στην καταβολή του ενοικίου και κοινόχρηστων, προβλήματα θέρμανσης) και η υψηλή ανεργία.
Στην Ιρλανδία ο κίνδυνος φτώχειας έφτασε το 2011 στο 29,4%, στην Ιταλία το 28,2%, στην Ισπανία το 27,0% και στην Πορτογαλία το 24,4%.
Τα μικρότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν στην Ολλανδία με 15,7%, το Λουξεμβούργο με 16,8%, την Αυστρία με 16,9%, τη Φινλανδία 17,2%. Στη Γερμανία ήταν 19,9% και στη Γαλλία 19,3%...

Πηγή: enet.grΔιαβάστε αναλυτικά, στα αγγλικά, τη σχετική ανακοίνωση της Eurostat, ΕΔΩ.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Συντάξεις κάτω από το όριο της φτώχειας από το 2020


Η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεσή της για τη νομισματική πολιτική είναι σαφέστατη. ''Το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης εκτιμάται ότι θα περιοριστεί κατά μέσο όρο σε 48,5% την περίοδο 2020-2060, έναντι 95,7% πριν από την ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Ελλείψει άλλων πηγών εισοδήματος, το μειωμένο ποσοστό αναπλήρωσης του πρώτου πυλώνα θα οδηγεί κάτω από το όριο της σχετικής ένδειας όσους κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου λάμβαναν μέχρι και 1,2 φορές το διάμεσο εισόδημα''. Ο υπολογισμός αυτός ''πατάει'' στην προδιαγεγραμμένη μείωση της δημόσιας συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστού του ΑΕΠ. Ο στόχος είναι να υποχωρήσει τουλάχιστον στο 17,4% του ΑΕΠ το 2060 από 24,1% το 2010. Και βέβαια η δεύτερη αλλά εξίσου σοβαρή αιτία για τις επερχόμενες δραματικές μειώσεις στις συντάξεις είναι οι νέοι μειωμένοι κατά τουλάχιστον 20% βασικοί μισθοί, που έχουν ως αποτέλεσμα λιγότερα έσοδα από εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία. Σύμφωνα μάλιστα με την Καθημερινή ο νέος τρόπος υπολογισμού, που είναι από το 2010 θεσμοθετημένος, '' θίγει, πρωτίστως, όλους όσοι ασφαλίστηκαν για πρώτη φορά μετά την 1.1.2011, αναμένεται δε να γίνει αισθητός για όλους όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης μετά την 1.1.2015''. Για αυτό ως συμπέρασμα η Τράπεζα της Ελλάδας αναφέρει ρητά την ανάγκη σύνδεσης με ιδιωτικά προγράμματα ασφάλισης.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....