Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντισυνταγματικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντισυνταγματικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Συμπαραστάτης του Δημότη Αλεξανδρούπολης: Γιατί είναι αντισυνταγματική η αξιολόγηση των υπαλλήλων

Με τον ν. 4250/ 2014 (ΦΕΚ Α΄ 161, “Διοικητικές Απλουστεύσεις- Καταργήσεις, Συγχωνεύσεις Νομικών Προσώπων και Υπηρεσιών του Δημοσίου Τομέα- Τροποποίηση Διατάξεων του π.δ. 318/1992 και λοιπές ρυθμίσεις”), επιλέχθηκε η τροποποίηση των διατάξεων του π.δ. 318/1992, σχετικά με την διαδικασία αξιολόγησης του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών.
Το π.δ. 318/1992 με τίτλο «Αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου», είχε εκδοθεί σε εκτέλεση και κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρ. 54 του ν. 1943/1991, σύμφωνα με το οποίο επανήλθε σε ισχύ η διάταξη του άρ. 128 του Υπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ. 611/1977) και αντικαταστάθηκε ως εξής : «Καθιερώνεται από 1.1.1992 σύστημα αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων του προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών - πλην των εκπαιδευτικών λειτουργών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – και των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου. Βασικές αρχές και κατευθύνσεις του συστήματος αξιολόγησης είναι η αντικειμενική και αμερόληπτη στάθμιση της επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας των υπαλλήλων σε σχέση με το αντικείμενο της εργασίας τους και τα καθήκοντα που ασκούν, βάσει σαφώς προσδιορισμένων κριτηρίων, σε συνάρτηση με τους καθορισμένους στόχους και δείκτες, που επιτρέπουν την εκτίμηση της απόδοσης των υπαλλήλων εντός ορισμένης χρονικής περιόδου, με σκοπό την αποδοτικότερη λειτουργία των υπηρεσιών. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέχρι 30.8.1991, με πρόταση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, μετά από γνώμη της Κεντρικής Επιτροπής Αξιολόγησης και γνώμη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται αξιολόγηση, τα κριτήρια της αξιολόγησης, ο τύπος, η διαδικασία και τα όργανα αξιολόγησης, καθώς και τα δικαιώματα και οι εγγυήσεις υπέρ των υπαλλήλων σε σχέση με αυτήν. …Στα κριτήρια αξιολόγησης περιλαμβάνεται και η εκπόνηση σχετικών με την υπηρεσία μελετών, άρθρων ή προτάσεων, καθώς και η βράβευση τέτοιων εργασιών των υπαλλήλων. …».
Στο άρ. 4 του Π.Δ. 318/ 1992, ορίζεται ότι «Τα κριτήρια αξιολόγησης είναι δέκα έξι (16) και κατατάσσονται σε πέντε διακεκριμένες ομάδες που είναι: Ι. Γνώση του αντικειμένου. ΙΙ. Διοικητικές ικανότητες. ΙΙΙ. Ενδιαφέρον και δημιουργικότητα. ΙV. Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά. V. Αποτελεσματικότητα. 6. Κάθε ομάδα κριτηρίων αναλύεται σε επί μέρους κριτήρια, ως ακολούθως . . . (συνολικά 16 επί μέρους κριτήρια).
Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του εν λόγω Π.Δ./τος (318/1992) προβλέπεται ότι : «1. Κάθε επί μέρους κριτήριο αξιολόγησης βαθμολογείται από τον (πρώτο) αξιολογητή με ένα ακέραιο ή δεκαδικό με προσέγγιση δεκάτου βαθμού, που κατά την αντικειμενική κρίση αρμόζει στο αντίστοιχο κριτήριο για τον αξιολογούμενο. Η κλίμακα των βαθμών ορίζεται από το 1 έως το 10, με ανώτατο βαθμό τον αριθμό 10 και κατώτατο τον αριθμό 1. ..3. Με τους βαθμούς 9 ή 10 βαθμολογούνται όσοι υπάλληλοι είναι πάντοτε έτοιμοι να αντιμετωπίσουν απόλυτα, με ταχύτητα και ευστοχία, κάθε υπηρεσιακό ζήτημα, χωρίς τη βοήθεια ή διόρθωση ανωτέρου τους. 4. Με τους βαθμούς 7 ή 8 βαθμολογούνται οι πολύ καλοί υπάλληλοι, οι οποίοι μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις της υπηρεσίας τους, και περιστασιακά μόνο χρειάζονται ελάχιστη βοήθεια … Με τους βαθμούς 5 ή 6 βαθμολογούνται οι καλοί υπάλληλοι που επιδιώκουν σταθερά να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της υπηρεσίας αλλά κατά κανόνα χρειάζονται βοήθεια. 6. Με τους βαθμούς 3 ή 4 βαθμολογούνται οι υπάλληλοι οι οποίοι αποδίδουν κάτω του συνηθισμένου μέτρου. 7. Με τους βαθμούς 1 ή 2 βαθμολογούνται οι εντελώς ακατάλληλοι για την υπηρεσία υπάλληλοι. 8. Εφόσον ο πρώτος αξιολογητής και ο Επιθεωρητής βαθμολογεί ένα ή περισσότερα κριτήρια αξιολόγησης με το βαθμό 9 ή 10 ή με βαθμό 4 και κάτω, απαιτείται η παράθεση από αυτόν ειδικής αιτιολογίας της βαθμολογίας για τα αντίστοιχα κριτήρια αξιολόγησης. 9. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο ειδική αιτιολογία πρέπει να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία ή γεγονότα. 10. …». (η παράγραφος 8 παρατίθεται πριν την τροποποίησή της με το άρ. 21 ν. 4250/2014, που θα αναλυθεί αμέσως παρακάτω).
Από την τελευταία αυτή παράγραφο προκύπτει ότι η ειδική αιτιολογία απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις που αξιολογείται ο υπάλληλος σε κάποιο από το επιμέρους κριτήρια, με βαθμούς 9 ή 10 (δηλαδή τους υψηλότερους στην κλίμακα αξιολόγησης), καθώς και με βαθμούς 4 και κάτω (δηλαδή του χαμηλότερους στην κλίμακα), η οποία αιτιολογία τεκμηριώνεται σε συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία ή γεγονότα και όχι σε αόριστες υποκειμενικές και αξιολογικές κρίσεις.
Ήδη, υπό την ισχύ της παραπάνω παραγράφου και του π.δ. 318/1992, η νομολογία ασχολήθηκε κυρίως με το ζήτημα του κατά πόσον ήταν νόμιμη η έκδοση του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 128 του Υπαλληλικού Κώδικα, καθώς πολλές αιτήσεις ακύρωσης προέβαλαν την αοριστία και την γενικότητα της διάταξης, ως αντίθετης στο άρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαιτεί για την έκδοση κανονιστικού διατάγματος, η εξουσιοδοτική διάταξη να είναι ειδική και ορισμένη.
Με τις υπ’ αρ. 1670-72/2002 Αποφάσεις του ΣτΕ κρίθηκε η συνταγματικότητα της διάταξης και η έγκυρη έκδοση του εν λόγω προεδρικού διατάγματος.
Με τις εν λόγω αποφάσεις ωστόσο, καθώς και στις ΣτΕ 1667-9/2002 , 88/2010 Δ. Εφ. Αθηνών, 788/2011 ΔεφΑθ, δεν παραλείφθηκε να κριθεί ότι “..βασικές αρχές και κατευθύνσεις του συστήματος αξιολόγησης είναι η αντικειμενική και αμερόληπτη στάθμιση βάσεις σαφώς προσδιορισμένων κριτηρίων της επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας των υπαλλήλων σε σχέση με το αντικείμενο της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους, αλλά και της απορρέουσας από το Σύνταγμα άρ. 5 αρχή της αξιοκρατίας..”.
Με την παραπάνω νομολογία επαναλαμβάνεται δηλαδή ότι η αρχή της αξιοκρατίας έχει συνταγματική περιωπή, ενώ ένα σύστημα αξιολόγησης το οποίο, θέλει να είναι σύμφωνο με αυτή την αρχή, πρέπει και οφείλει να παραθέτει εκ των προτέρων κριτήρια επαγγελματικής ικανότητας, βάσει των οποίων θα γίνει η εν λόγω αξιολόγηση.
Με το άρ. 21 του ν. 4250/2014, αντικαταστάθηκε η ως άνω παράγραφος 8 του άρ. 8 του π.δ. 318/1992, και απλά διευρύνθηκε η απαίτηση της ειδικής αιτιολογίας στις περιπτώσεις της βαθμολόγησης στις περιπτώσεις 9 έως 10 και 1 έως 6, αφήνοντας τις υπόλοιπες κατηγορίες βαθμολόγησης, χωρίς την απαίτηση της ειδικής αιτιολογίας. Συγκεκριμένα η εν λόγω παράγραφος διαλαμβάνει “Εφόσον ο αξιολογητής βαθμολογεί ένα ή περισσότερα κριτήρια αξιολόγησης με βαθμό 9 έως 10 ή με βαθμό 1 έως 6, απαιτείται η παράθεση από αυτόν ειδικής αιτιολογίας της βαθμολογίας αυτής για τα αντίστοιχα κριτήρια αξιολόγησης. Η ειδική αιτιολογία γίνεται με παράθεση πραγματικών στοιχείων και όχι αξιολογικών χαρακτηρισμών.».
Η συνοδευτική του νόμου έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής σε αυτό το σημείο (Β΄ Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών), σε αυτή την περίπτωση υπέδειξε ότι “ θα μπορούσε ενδεχομένως, υπό το φως των αρχών της αμεροληψίας και της αξιοκρατίας που προαναφέρθηκαν, να προβλεφθεί αιτιολογία για όλη την κλίμακα βαθμολογιών” και φέρνει ως παράδειγμα το άρ. 62 παρ. 7 του ν. 2812/2000 “Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων”, σύμφωνα με το οποίο “η βαθμολόγηση των δικαστικών υπαλλήλων σε κάθε κριτήριο από τους αξιολογητές πρέπει να είναι αιτιολογημένη”.
Πράγματι εφόσον η αξιολόγηση βασίζεται σε επιμέρους κριτήρια, από πριν γνωστά και κατανεμημένα ανά κατηγορίες, δεν φαίνεται να συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος, βάσει του οποίου να μην απαιτείται ειδική αιτιολογία για ορισμένες βαθμολογίες της κλίμακας. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί βάσιμα, ότι η κλίμακα βαθμολογιών 8 και 7 , για τις οποίες δεν απαιτείται ιδιαίτερη και ειδική αιτιολογία, θα μπορούν να εκφεύγουν τον έλεγχο με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια με τα οποία θα σταθμίζεται κάθε φορά η επαγγελματική ικανότητα και επάρκεια των εν λόγω υπαλλήλων που τυχόν εμπίπτουν στην παραπάνω κλίμακα βαθμολόγησης. Σωστά λοιπόν ελέγχθηκε από την επιστημονική επιτροπή της Βουλής, η ανωτέρω παράλειψη, και επισημάνθηκε η έλλειψή της, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα την ανάγκη νομοτεχνικής διόρθωσης, με απαίτηση να επεκταθεί η ειδική αιτιολογία σε όλη την κλίμακα βαθμολόγησης.
Περαιτέρω με το άρ. 20 ν. 4250/2014, τροποποιείται το άρ. 7 του π.δ. 318/199, 2και σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση αυτού, “..εισάγεται η έννοια της συγκριτικής αξιολόγησης των υπαλλήλων μέσω του εργαλείου της ποσόστωσης και προσδιορίζονται τα ανώτατα ποσοστά υπαλλήλων που μπορούν να αξιολογηθούν ανά κλίμακα βαθμολογίας. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να αποδοθεί η βαρύνουσα σημασία που θα πρέπει να έχει κάθε σύστημα αξιολόγησης και να αρθούν οι στρεβλώσεις και η απαξίωση του συστήματος αξιολόγησης όπως εφαρμόζεται ως σήμερα..”
Με το παραπάνω άρθρο τροποποιείται το άρθρο 7 του π.δ. 318/1992 και καθορίζονται τα ανώτατα ποσοστά ανά κλίμακα βαθμολόγησης και συγκεκριμένα
“1. Τα ανώτατα ποσοστά υπαλλήλων που είναι δυνατόν να βαθμολογούνται με την κλίμακα βαθμών του άρθρου 8 καθορίζονται ως εξής:
α. Με τους βαθμούς 9 έως 10 βαθμολογείται ποσοστό έως και 25 % των υπαλλήλων.
β. Με τους βαθμούς 7 έως 8 βαθμολογείται ποσοστό έως και 60% των υπαλλήλων.
γ. Με τους βαθμούς 1 έως 6 βαθμολογείται ποσοστό 15% των υπαλλήλων.
2. ….3. Όπου κατά τη βαθμολόγηση δεν εξαντληθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο κατά κλίμακα ποσοστό, το υπολειπόμενο μέρος που δεν χρησιμοποιήθηκε, προσαυξάνει το ποσοστό της αμέσως κατώτερης κλίμακας βαθμολόγησης. 4. Τα ποσοστά της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου υπολογίζονται επί του συνόλου των υπαλλήλων που υπηρετούν στην ίδια Γενική Διεύθυνση. 5. Ο επιμερισμός των ποσοστών ανά κλίμακα βαθμολόγησης σε κάθε Γενική Διεύθυνση γίνεται με απόφαση του οικείου Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης στο σύνολο των υποκείμενων οργανικών μονάδων μέχρι και επιπέδου Τμήματος ή αντιστοίχου επιπέδου οργανικής μονάδας. Για τον επιμερισμό αυτόν λαμβάνονται υπόψη κριτήρια, ιδίως: α. η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των μονάδων, β. οι αρμοδιότητες των οργανικών μονάδων σε σχέση με τις προτεραιότητες της ασκούμενης πολιτικής, γ. η κατανομή των υπαλλήλων ανά οργανική μονάδα. 6…7..8…9…”
Από τη νοµολογία, έχει κριθεί ότι βασικές αρχές και κατευθύνσεις του συστήµατος αξιολόγησης των υπαλλήλων είναι η αντικειµενική και αµερόληπτη στάθµιση, βάσει, σαφώς προσδιοριζόµενων κριτηρίων της επαγγελµατικής ικανότητας και καταλληλότητας των υπαλλήλων, σε σχέση µε το αντικείµενο της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους, αλλά και της απορρέουσας από το Σύνταγµα (άρθρο 103 παρ. 7) αρχής της αξιοκρατίας, η οποία καταλαµβάνει όχι µόνο τις διαδικασίες πρόσληψης των υπαλλήλων του ∆ηµοσίου και των Ν.Π.∆.∆. αλλά και τις διαδικασίες αξιολόγησης ή υποβιβασµού τους.
Το σύστημα της αξιολόγησης λοιπόν όπως ήδη αναφέρθηκε επιτρέπεται να γίνεται µόνο µε βάση τις ικανότητες και τα προσόντα τους και με βάση την ένταξή τους σε προκαθορισμένα κριτήρια που θα έχουν σχέση με την επαγγελματική ενασχόληση.
Και ναι μεν η αιτιολογική έκθεση του εν λόγω άρθρου θέτει ως σκοπό την άρση των στρεβλώσεων και της απαξίωσης του ήδη υπάρχοντος συστήματος αξιολόγησης πλην όμως, οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο για την επίτευξη της άρσης αυτής ελέγχονται για τη συμφωνία τους με το Σύνταγμα καθώς συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος των δημοσίων υπαλλήλων να εξελίσσονται και να αξιολογούνται βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας σε σχέση πάντα με το αντικείμενο της εργασίας τους.
Η μέθοδος της ποσόστωσης, αναγκαστικά, περιορίζει κατηγορία ή κατηγορίες υπαλλήλων, να κριθούν αντικειμενικά με αμιγώς αξιολογικά κριτήρια και σε σχέση με το αντικείμενο εργασίας τους, ενώ δημιουργεί ομάδες υπαλλήλων που θα “ πρέπει “ να αποτελέσουν περιεχόμενο της εκάστοτε ποσόστωσης, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρ. 20 ν. 4250/2014. Εξάλλου ο πρόσθετος περιορισμός των ανωτάτων ορίων των ποσοστών (25%, 60% και 15%), διαστρεβλώνει την πραγματική εικόνα της δημόσιας διοίκησης, καθώς γίνεται αποδεκτέο ότι ποσοστό 15% των δημοσίων υπαλλήλων, θα ανήκει στην κατηγορία της κλίμακας βαθμολόγησης 1 εως 6, με τις επ” αυτών συνοδευτικές κρίσεις αξιολόγησης. Μάλιστα η στρέβλωση αυτή επιτείνεται με την πρόβλεψη ότι, στην περίπτωση που κατά τη βαθμολόγηση δεν εξαντληθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο κατά κλίμακα ποσοστό, το υπολειπόμενο μέρος που δεν χρησιμοποιήθηκε, προσαυξάνει το ποσοστό της αμέσως κατώτερης κλίμακας βαθμολόγησης. (Αν δεν εξαντληθεί το κατώτερο όριο ποσοστού 15% που βαθμολογείται με τους χαμηλότερους βαθμούς, ο νόμος δεν έχει κάποια πρόβλεψη, που σημαίνει ότι πάντα ποσοστό 15% των υπαλλήλων θα αξιολογούνται από 1 έως 6, υποχρεωτικά).
Υπό αυτά τα δεδομένα το σύστημα της αξιολόγησης που γίνεται με βάση ποσοστά υπαλλήλων που υπηρετούν στην ίδια Γενική Διεύθυνση, όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό του νόμου, που είναι η αναβάθμιση του συστήματος αξιολόγησης, αλλά ενέχει τον κίνδυνο της αλλοίωσης της πραγματικής αξιολογικής σύνθεσης των υπηρεσιών, με τη δυνατότητα διαστρέβλωσης των κριτηρίων αξιολόγησης προκειμένου να ενταχθούν προσωπικότητες υπαλλήλων σε κάθε μία από τις ποσοστιαίες πλέον κατηγορίες.
Με βάση όλα τα παραπάνω, όπως αναφέρεται και στην ειδική πρόταση με αριθµ. Πρωτ. 131675/263, 30 Ιουνίου 2014, “Ειδική πρόταση για αξιοκρατική λειτουργία Δημόσιας Διοίκησης, όσον αφορά την Περιφέρεια Αττικής” , Περιφερειακού Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης της Περιφέρειας Αττικής, κ. Παπασπύρου , “..η επιβολή των ανωτέρω ποσοστώσεων στην ευχέρεια των αξιολογητών να βαθµολογούν µε ορισµένο βαθµό τους υπό αξιολόγηση δηµόσιους υπαλλήλους, δεν συνιστά, σύµφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγµατος, αναλογικό, για την επίτευξη του επιδιωκόµενου σκοπού, περιορισµό του δικαιώµατος των δηµοσίων υπαλλήλων να αξιολογούνται και να εξελίσσονται, βαθµολογικά και εν γένει υπηρεσιακά, βάσει σαφώς προσδιοριζόµενων κριτηρίων επαγγελµατικής ικανότητας και καταλληλότητας, σε σχέση προς το αντικείµενο της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους, σύµφωνα και προς τη συνταγµατικά κατοχυρωµένη στο άρθρο 103 παρ. 7 εδάφιο β΄ του Συντάγµατος αρχή της αξιοκρατίας, δεδοµένου ότι η βαθµολογία, που προβλέπεται, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 4250/2014, να λαµβάνει κάθε δηµόσιος υπάλληλος, δεν συναρτάται προς την ατοµική του αξία, τα προσόντα του, τις ικανότητές του και τις επιδόσεις του, κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, αλλά προς το πιο πάνω προκαθορισµένο ποσοστό ανά κλίµακα βαθµολόγησης”.
Τα δε εισαγόμενα κριτήρια του του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 4250/2014, τα οποία θα πρέπει να λάβει υπόψη του κάθε Προϊστάµενος Γενικής ∆ιεύθυνσης, προκειµένου να καθορίσει τον επιµερισµό των ως άνω ποσοστών και ειδικότερα, µεταξύ άλλων, η αποτελεσµατικότητα και η αποδοτικότητα των οργανικών µονάδων, οι αρµοδιότητες αυτών σε σχέση µε τις προτεραιότητες της ασκούµενης πολιτικής και η κατανομή των υπαλλήλων σε κάθε οργανική μονάδα, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της ρύθμισης, ούτε μπορούν να αποτελέσουν αντικειμενικά κριτήρια του συστήματος επιμερισμού, γιατί είναι γενικόλογα, αόριστα και παραβλέπουν τα μεγέθη της ατομικής αξιολόγησης του κάθε υπαλλήλου, που μπορούν ν” αλλάξουν τους συσχετισμούς της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της κάθε διεύθυνσης. Άρα είναι σχετικά και ως εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να εφαρμοσθούν.
Εξάλλου την επιφύλαξή της περί της συμφωνίας της ανωτέρω διάταξης με την οποία καθιερώνονται ποσοστά επιμερισμού της αξιολόγησης με το Σύνταγμα, έθεσε και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής (Β΄ Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών), με την έκθεσή της που συνόδευσε το υπό ψήφιση τότε ακόμη νομοσχέδιο. Συγκεκριμένα στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ότι “η αρχή της αξιοκρατίας τόσο κατά την επιλογή του προσωπικού της δηµόσιας διοίκησης, όσο και κατά την υπηρεσιακή εξέλιξή τους, αποτελεί βασική αρχή του Υπαλληλικού Κώδικα µε ευθεία συνταγµατική κατοχύρωση στο άρθρο 103 παρ. 7 εδ. β’ του Συντάγµατος, συνιστά δε κανόνα οργάνωσης και λειτουργίας της δηµόσιας διοίκησης προς θεραπεία του δηµοσίου συµφέροντος, υπό την έννοια της διασφάλισης τόσο του κύρους και της αποτελεσµατικότητας της δηµόσιας διοίκησης, όσο και της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας των δηµόσιων υπαλλήλων. ∆ιά της εφαρµογής, µάλιστα, της αρχής της αξιοκρατίας σκοπείται η διάκριση των προσώπων αναλόγως προς τις ικανότητες και τα προσόντα τους (ΣτΕ 2778/1991), οι βασικές δε αρχές και κατευθύνσεις του συστήµατος αξιολόγησης «είναι η αντικειµενική και αµερόληπτη στάθµιση βάσει σαφώς προσδιοριζόµενων κριτηρίων της επαγγελµατικής ικανότητας και καταλληλότητας των υπαλλήλων σε σχέση µε το αντικείµενο της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους» (βλ., ενδεικτικώς, ΣτΕ 1667-9/2002).
Υπό το φως των ανωτέρω, δηµιουργείται προβληµατισµός ως προς το αν η αναγκαιότητα επιβολής των προτεινόµενων ποσοστώσεων για την επίτευξη του επιδιωκόµενου από τον νόµο σκοπού είναι εµφανής και σαφώς διαγνώσιµη, ώστε να συνιστά αναλογικό, σύµφωνο προς το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγµατος, περιορισµό του δικαιώµατος των δηµοσίων υπαλλήλων να εξελίσσονται και να αξιολογούνται βάσει σαφώς προσδιοριζόµενων κριτηρίων επαγγελµατικής ικανότητας και καταλληλότητας, σε σχέση προς το αντικείµενο της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους, συµφώνως και προς την συνταγµατικώς κατοχυρωµένη στο άρθρο 103 παρ. 7 εδ. β’ του Συντάγµατος αρχής της αξιοκρατίας, δεδοµένου ότι η βαθµολογία που προτείνεται να λαµβάνει κάθε υπάλληλος δεν θα συναρτάται προς την ατοµική του αξία, τις ικανότητες και τις επιδόσεις του κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, αλλά προς το προκαθορισµένο ποσοστό ανά κλίµακα βαθµολόγησης (πρβλ. και ΣτΕ 1917/1998)».
Περαιτέρω, μετά την έκδοση του ν. 4250/2014 εκδόθηκε μεταξύ άλλων και η ΔΙΔΑΔ/Φ.32.8/492/8501, 8326 / 7.4.2014 με τίτλο «Τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 318/1992 (Α΄ 161) περί αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και των ν.π.δ.δ.».
Η παραπάνω χαρακτηρίζεται ως εγκύκλιος ωστόσο, στην πραγματικότητα περιέχει διατάξεις κανονιστικού χαρακτήρα, αφού πρωτογενώς και πρωτοτύπως επιδιώκεται να ρυθμιστούν έννομες σχέσεις, που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν.4250/2014 ενώ από την άλλη πλευρά εισάγονται ρυθμίσεις, που έρχονται σε ευθεία αντίθεση προς τις διατάξεις του ν. 4250/2014.
Συγκεκριμένα, η ανωτέρω «κανονιστική» εγκύκλιος προβλέπει την επέκταση των διατάξεων του νόμου 4250/2014 και στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ : «Η Διεύθυνση Οργάνωσης και Λειτουργίας ΟΤΑ του Υπουργείου Εσωτερικών παρακαλείται να ενημερώσει τους ΟΤΑ α και β βαθμού, δεδομένου, ότι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 318/1992 βάσει των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 130 του ν.1188/1981 (Α 204)».
Οι διατάξεις όμως του Ν.1188/1998, έχουν καταργηθεί με το ν. 3584/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων» (άρθρο 232, που ορίζει ότι : «Καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που διέπονται από αυτόν»).
Περαιτέρω στο άρθρο 84 του ισχύοντος Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ρητώς προβλέπεται αναφορικά με την αξιολόγηση στους ΟΤΑ, ότι: «1. Τα ουσιαστικά προσόντα των υπαλλήλων αξιολογούνται βάσει συστήματος αξιολόγησης το οποίο διέπεται από τις αρχές της αμεροληψίας, της επαγγελματικής ικανότητας του υπαλλήλου και της αποδοτικότητάς του. 2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μετά από γνώμη της Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α. και της Π.Ο.Π.-Ο.Τ.Α., η οποία διατυπώνεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται αξιολόγηση, τα κριτήρια αξιολόγησης, ο χρόνος, η συχνότητα, ο τύπος, η διαδικασία και τα όργανα αξιολόγησης, καθώς και τα δικαιώματα και οι εγγυήσεις υπέρ των υπαλλήλων σε σχέση με αυτή».
Το εν λόγω διάταγμα δεν έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί.
Η διάταξη του άρ. 1 του π.δ. 318/1992 αναφέρεται ρητά στο πεδίο ισχύος του που είναι οι υπάλληλοι για τους οποίους εφαρμόζεται ο Υπαλληλικός Κώδικας, όπως κάθε φορά ισχύει και όχι ο Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
Το άρθρο 226 του ν. 3584/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων) προβλέπει, ότι «Έως την έκδοση των διαταγμάτων ή αποφάσεων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται οι προϊσχύουσες αντίστοιχες διατάξεις, κατά το μέρος που δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του». Ως προϊσχύουσα διάταξη νοείται αυτή του άρθρου 130 του ν. 1188/1981, η οποία ωστόσο δεν προβλέπει την εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στου Δημοσίους υπαλλήλους και στους υπαλλήλους των ΟΤΑ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 130 προβλέπει: «Έκθεσις ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων. 1. Τα περί ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων στοιχεία καταχωρούνται εις την έκθεσιν ουσιαστικών προσόντων συντασσομένην και μέχρι τέλους Ιανουαρίου το αργότερον, βάσει ενιαίου υποδείγματος κατά κλάδους τακτικών υπαλλήλων, ως και μη τακτικών τοιούτων, κατά τα εκάστοτε ισχύοντα επ’ δημοσίων υπαλλήλων». Από το πλέγμα των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η μόνη διάταξη που αφορά την αξιολόγηση των υπαλλήλων των ΟΤΑ, είναι αυτή του άρ. 87 ν. 3584/2007, η οποία είναι και η μόνη εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αξιολόγησης των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η παραπομπή που γίνεται στις προϊσχύουσες διατάξεις του Κώδικα αυτού, αφορά μόνο την χρήση κοινού εντύπου αξιολόγησης, και όχι την εν γένει διαδικασία αξιολόγησης, για την οποία δεν γίνεται καμία πρόβλεψη.
Παρατηρείται λοιπόν ότι με την παραπάνω εγκύκλιο, κανονιστικού περιεχομένου, να επεκτείνεται η ισχύς και η εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4250/2014 και στους υπαλλήλους των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, παρά το γεγονός, ότι αυτοί δεν υπάγονται στις διατάξεις του π.δ. 318/1992. Κάτι τέτοιο όμως φαίνεται ότι είναι εκτός ρυθμιστικού πεδίου της παραπάνω εξουσιοδοτικής διάταξης, και κατά παράβαση των διατάξεων του άρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς το π.δ. 318/1992 με τίτλο «Αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου», είχε εκδοθεί σε εκτέλεση και κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρ. 54 του ν. 1943/1991, σύμφωνα με το οποίο επανήλθε σε ισχύ η διάταξη του άρ. 128 του Υπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ. 611/1977). Έτσι η επέκταση με εγκύκλιο και χωρίς ειδική και ορισμένη εξουσιοδότηση, που να βρίσκεται σε διάταξη νόμου και να καθορίζει τα θέματα που θα ρυθμιστούν μ’ αυτήν, και που θα ορίζει επαρκώς τα κριτήρια, οριοθετώντας τα πλαίσια των ρυθμίσεων επί των θεμάτων που αφορά, δεν μπορεί να αφήσει περιθώρια συμφωνίας με το Σύνταγμα και με το σύστημα των εξουσιοδοτήσεων του άρ. 43 αυτού.

*Άρθρο του Βασματζίδη Χρήστου,
Δικηγόρου, Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης Δήμου Αλεξανδρούπολης
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Συνταγματικά δικαστήρια Γερμανίας - Γαλλίας : Μόνο ακίνητο που αποφέρει εισόδημα φορολογείται

Αντισυνταγματική είναι η επιβολή φόρου ακινήτων σε ακίνητα τα οποία δεν αποφέρουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους, καθώς πλήττει ευθέως το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Αυτά βέβαια ισχύουν στην Ευρώπη, διότι στην Ελλάδα ο νέος Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων, που επιβάλλεται από την Πρωτοχρονιά του 2014, πέφτει τυφλά επί δικαίων και αδίκων, ανεξαρτήτως εισοδήματος και αξίας των φορολογούμενων ακινήτων.
Τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο ελληνικό και τα ευρωπαϊκά φορολογικά συστήματα αναφορικά με τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας αποκαλύπτει με την έκθεσή της η επιστημονική επιτροπή της ελληνικής Βουλής, που αξιολόγησε το νομοσχέδιο για τον ενιαίο φόρο ακινήτων.
Στην έκθεση της επιτροπής παρατίθενται δύο αποσπάσματα από αποφάσεις του γερμανικού και του γαλλικού συνταγματικού δικαστηρίου αναφορικά με τη φορολόγηση των ακινήτων τα οποία δεν αποφέρουν εισόδημα στους φορολογούμενους ιδιοκτήτες τους.
Πιο συγκεκριμένα, όπως σημειώνεται αναφορικά με το ζήτημα της εισαγωγής εισοδηματικού κριτηρίου επί φόρου επιβαλλόμενου επί της περιουσίας, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε, με την απόφασή του στις 22 Ιουνίου 1995, μεταξύ άλλων, ότι η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, παραλλήλως προς άλλους υφισταμένους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, καθώς και ότι ο φόρος πρέπει να μπορεί να κα­ταβάλλεται ετησίως από τα ει­σοδήματα τα οποία προέρχο­νται κατά συνήθη χρήση από την περιουσία αυτή.
Περαιτέρω, με αφετη­ρία την παραδοχή ότι το εισόδημα το οποίο προκύπτει από την περιοδική εκμετάλλευση της ακίνητης πε­ριουσίας πρέπει μεν να συμβάλλει στην κάλυψη των δη­μοσίων βαρών, συγχρόνως, όμως, ένα τμήμα του πρέπει να παραμένει εις χείρας του φορολογουμένου, έθε­σε το σχετικό όριο στο ήμισυ του ως συγκεκριμένου εισοδήματος, υπό την έννοια ότι η συνολική φορολογική επιβά­ρυνση της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατά προσέγγιση, το ήμισυ του εισο­δήματος που παράγεται από αυτήν. Με απλά λόγια, η Εφορία μπορεί να παίρνει με τη μορφή του φόρου κατ’ ανώτερο όριο το 50% του εισοδήματος που προέρχε­ται από το ακίνητο.
Ανάλογη απόφαση έχει εκδώσει και το Γαλλικό Συ­νταγματικό Συμβούλιο, που, με απόφασή του στις 29 Δεκεμ­βρίου 1998, επί του φόρου αλ­ληλεγγύης επί της (κινητής και ακίνητης) περιουσίας έκρινε ότι ο ως άνω φόρος κατο­χής της περιουσίας πρέπει να μπορεί να καταβάλλεται διά των εισοδημάτων που παράγει αυτή και, συνε­πώς, για να είναι η φορολόγη­ση της περιουσίας συνταγματικώς ανεκτή, πρέπει η κατοχή της να συνδέεται και με παρα­γωγή εισοδήματος.
Αντίθετα σε μας, ο ΕΝΦΙΑ (Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων) επιβάλλεται επί της ακίνητης περιουσίας, χωρίς καμιά πρόβλεψη για απαλλαγή έστω των ακινήτων που δεν αποφέρουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους.

Πηγή: capital.gr
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Βασικές σκέψεις περί της αντισυνταγματικότητας της αξιολόγησης

Με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ΄ του ν. 4250/2014 (Α΄ 74) τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του Π.Δ. 318/1992 «Αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών - πλην των εκπαιδευτικών λειτουργών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου».
Συγκεκριμένα με το άρθρο 20 (Ανώτατα ποσοστά ανά κλίμακα βαθμολόγησης) αντικαταστάθηκε το άρθρο 7 του π.δ. 318/1992 ως εξής: «Αρθρο 7 Ανώτατα ποσοστά ανά κλίμακα βαθμολόγησης 1. Τα ανώτατα ποσοστά υπαλλήλων που είναι δυνατόν να βαθμολογούνται με την κλίμακα βαθμών του άρθρου 8 καθορίζονται ως εξής: α. Με τους βαθμούς 9 έως 10 βαθμολογείται ποσοστό έως και 25 % των υπαλλήλων. β. Με τους βαθμούς 7 έως 8 βαθμολογείται ποσοστό έως και 60% των υπαλλήλων. γ. Με τους βαθμούς 1 έως 6 βαθμολογείται ποσοστό 15% των υπαλλήλων».
Προϋπόθεση νόμιμης εφαρμογής κάθε θεσμικού πλαισίου, αλλά και κριτήριο θεσμοθέτησης κάθε νέου, στο χώρο της Δημόσιας Διοίκησης, εν γένει αλλά και ειδικά όσον αφορά στην υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων, αποτελεί η τήρηση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων και αρχών, που προσδιορίζουν ακριβώς τα άκρα όρια της νομοθετικής πρωτοβουλίας.
Ειδικότερα η συνταγματική αρχή της ισότητας, όπως έχει ερμηνευθεί παγίως από την ελληνική νομολογία, επιβάλλει μεταξύ άλλων, την κατά το λόγο εκάστου υπαλλήλου αξιοκρατική υπηρεσιακή του εξέλιξη (αξιοκρατία στη σταδιοδρομία, βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 30/1985, ΣτΕ 2786/1984, 3722/2000, 2717/2003, ΔΕΑ 480/1990).
Εξάλλου η ίση πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις (ευθύνης) πηγάζει από την αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας που συνάγεται ερμηνευτικά από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος.
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η νομολογία όσο και η θεωρία αναγνωρίζουν παγίως αυξημένη συνταγματική ισχύ στην αρχή της αξιοκρατίας υπό την ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος σταδιοδρομίας του υπαλλήλου με βάση κριτήρια αντικειμενικά, πρόσφορα και συναπτόμενα προς την ικανότητα του.
Αναγνωρίζεται, δηλαδή, ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα και σκοπός είναι η εξυπηρέτηση όχι μόνο του ατομικού συμφέροντος του υπαλλήλου αλλά και η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια της επιλογής των αξιότερων για τη στελέχωση των δημοσίων υπηρεσιών.
Τέλος, η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου ρητώς αναγνωρισμένη από το Ελληνικό Σύνταγμα επιβάλλει την πραγμάτωση της αξιοκρατίας καθώς δεν προστατεύει απλώς τυπικά το δικαίωμα στην ισότιμη μεταχείριση, αλλά επιβάλλει δεσμευτικά και τη δημιουργία συνθηκών που θα προάγουν την ισότητα ευκαιριών για κάθε έλληνα πολίτη.
Ως ήδη επισημάνθηκε από την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής: «Bασικές αρχές κάθε συστήματος αξιολόγησης είναι η αντικειμενική και αμερόληπτη στάθμιση βάσει σαφώς προσδιοριζόμενων κριτηρίων της επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας των υπαλλήλων σε σχέση ?ε το αντικείμενο της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους, αλλά και της απορρέουσας από το Σύνταγμα (άρθρο 5) αρχής της αξιοκρατίας (.) η δε βαθμολόγηση των δη?οσίων υπαλλήλων πρέπει να γίνεται πάντοτε ?ετά από αντικειμενική και ουσιαστική αξιολόγηση και κρίση τους από τα αρμόδια όργανα (ΣτΕ 1667-9/2002, βλ. και ΣτΕ 1670/2002 ΔιοικΕφΑθ 788/2011, ΔιοικΕφΑθ 88/2010. Βλ., επίσης, άρθρο 81 παρ. 1 του ν. 3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δη?οσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (.)».
Συνεπώς, από την συνδυαστική ερμηνεία των ως άνω συνταγματικών διατάξεων και αρχών, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι, κατ' ορθή κρίση, η ανωτέρω ρύθμιση νόμου είναι πρόδηλα αντισυνταγματική ως εισάγουσα απρόσφορα και εν τέλει αναξιοκρατικά κριτήρια και ειδικότερα διότι δεν διασφαλίζεται ότι μπορούν να βαθμολογούνται με τον αυτό βαθμό όλοι οι κατά τον αξιολογητή δυνάμενοι να βαθμολογηθούν με αυτόν, και μάλιστα χωρίς να τίθενται γνήσια αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων ο αξιολογητής θα αποκλείσει ορισμένους ισάξιους υπαλλήλους ή θα επιλέξει άλλους (πρβλ. πρακτικό επεξεργασίας οικείου ΠΔ από το ΣτΕ).
Κατά κάθε βλαπτικής πράξης στα πλαίσια μιας σύνθετης διοικητικής ενέργειας ως η διαδικασία της αξιολόγησης προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης αίτησης ακύρωσης ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπον Διοικητικού Εφετείου (Ακυρωτικός Σχηματισμός) εντός 60νθήμερης προθεσμίας, όπως π.χ. ιδίως κατά της εκάστοτε απόφασης επιμερισμού ποσοστών αξιολόγησης ανά κλίμακα βαθμολόγησης.

Αθήνα, 01/07/2014
Η Λ Ι Α Σ Δ. Κ Ο Λ Λ Υ Ρ Η Σ
Δ Ι Κ Η Γ Ο Ρ Ο Σ (ΑΜ/ΔΣΑ 25296)
Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου
Πανεπιστημίου Χαϊδελβέργης Γερμανίας
LL.M., MΔΕ Διοικητικού Δικαίου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 32 - ΑΘΗΝΑ
Τηλ.: 210.3608504, 210.3643637, 6944.691416
Fax: 210.3608509 - Email: kolliris@hotmail.com
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Αντισυνταγματική η πρώτη εφεδρεία δημοσίων υπαλλήλων

Αντισυνταγματική κρίθηκε, με την υπ’ αριθμ. 3354/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η πρώτη εφεδρεία στον δημόσιο τομέα που... προβλέφθηκε το 2011 με το Μνημόνιο Ι (Ν. 4024/2011) και την υπουργική απόφαση ΔΙΔΑΔ/Φ.26.14/56/ ΟΙΚ.1872/8.11.2011.
Όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν αντισυνταγματικό το μέτρο της προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας (εφεδρεία) για τους υπαλλήλους του αμιγούς δημόσιου τομέα που απασχολούνται καθαρά με σχέση Δημοσίου Δικαίου.
Ειδικότερα, οι δικαστές του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, έκριναν ότι η εφεδρεία αντίκειται στο άρθρο 103 του Συντάγματος και στη συνταγματική αρχή τής ισότητας, ενώ μια δικαστής επιπρόσθετα έκρινε ότι αντίκειται και στην συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας.
Αναλυτικότερα, σημειώνουν οι σύμβουλοι Επικρατείας ότι «δεν είναι συνταγματικά ανεκτή η πρόβλεψη στον νόμο της υποχρεωτικής, και χωρίς προηγούμενη κρίση του υπαλλήλου από υπηρεσιακό συμβούλιο, αποχωρήσεώς του» με μόνο κριτήριο τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου πραγματικής υπηρεσίας, έστω και αν αυτός είναι μεγάλος, όπως είναι η 35ετής υπηρεσία.
Σε άλλο σημείο της δικαστικής απόφασης, αναφέρεται ότι «δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο θεμιτός σκοπός της αναδιοργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών και της ορθολογικής διαχειρίσεως της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης, να καθορίζονται όροι υποχρεωτικής απομακρύνσεως υπαλλήλων από την υπηρεσία με βάση κριτήρια μη συνδεόμενα με τις λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της διοικήσεως, αλλά και με τα προσόντα, τις ικανότητες και την εν γένει υπηρεσιακή τους απόδοση και η κατάργηση των οργανικών θέσεων, τις οποίες κατείχαν οι αποκρινόμενοι, να επέρχεται ως αυτόθροη συνέπεια της απομακρύνσεως».
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, η απομάκρυνση δημοσίου υπαλλήλου από την υπηρεσία χωρίς τις εγγυήσεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, δηλαδή χωρίς προηγούμενη κρίση υπηρεσιακού συμβουλίου, είναι επιτρεπτή μόνο σε δύο περιπτώσεις: Η πρώτη είναι η παύση έπειτα από δικαστική απόφαση και η δεύτερη είναι η αποχώρηση λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας.
Κατόπιν αυτών, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν αντισυνταγματική την εφεδρεία του άρθρου 33 του Ν. 4024/2011, καθώς «η μεταβολή στο υπηρεσιακό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων που έχει ως συνέπειες στην οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, αφενός δεν βασίζεται σε προηγούμενο ανακαθορισμό των λειτουργιών του κράτους και τη διοικητική αναδιοργάνωσή του κατ’ εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών με κριτήριο την αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπηρεσιών, η δε κατάργηση των νομοθετημένων οργανικών θέσεων δεν επέρχεται ως συνέπεια της αναδιαρθώσεως και αφετέρου δεν ανάγεται σε πάγια αλλαγή του γενικού καθεστώτος που διέπει τους όρους λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως με απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και 35ετίας».
Στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έχουν προσφύγει η ΑΔΕΔΥ και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστηρίζοντας ότι ο Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο, εργασιακή εφεδρεία, κ.λπ.) όπως και η επίμαχη υπουργική απόφαση, είναι αντίθετη σε ένα πλέγμα διατάξεων του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας (ευρωπαϊκών οδηγιών).
Σημειώνεται, ότι ακολούθησε και δεύτερο σχέδιο εφεδρείας με το Μνημόνιο ΙΙ (Ν. 4038/2012)...

Σημαντική απόφαση, την πρώτη που κρίνει αντισυνταγματική διάταξη του μνημονίου, χαρακτηρίζει η ΑΔΕΔΥ, την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την πρώτη εφεδρεία στον δημόσιο τομέα, που εφαρμόστηκε με τον Ν. 4024/2011. Η διάταξη του σχετικού νόμου, που κρίθηκε αντισυνταγματική από την Ολομέλεια του ΣτΕ, έβαζε σε διετή προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει 33 χρόνια προϋπηρεσίας και ήταν τουλάχιστον 53 ετών εκείνη την εποχή. Στο καθεστώς αυτό θα έμπαιναν περίπου 2.500 υπάλληλοι, περισσότεροι από τα 2/3 ωστόσο προτίμησαν τότε να παραιτηθούν και να βγουν με τις όποιες απώλειες απευθείας στη σύνταξη. Σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα, με το 60% του μισθού τους, μπήκαν τελικά περί τους 700, οι οποίοι θα αποχωρήσουν οριστικά από το δημόσιο τον Νοέμβριο του 2013. Μετά την απόφαση του ΣτΕ ωστόσο, σύμφωνα με την εργατολόγο, νομική σύμβουλο της ΑΔΕΔΥ, κυρία Μαρία Τσίπρα, ανοίγει ο δρόμος για όλους αυτούς να διεκδικήσουν δικαστικά την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, εξαιτίας της εφαρμογής της διάταξης που κρίθηκε αντισυνταγματική. Αυτό σημαίνει «να απαιτήσουν τη διαφορά αποδοχών τους από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι και την ημέρα που βγήκαν στη σύνταξη και αντιστοίχως την επανόρθωση ενδεχόμενου δυσμενούς υπολογισμού της σύνταξής τους , εφόσον θα ήταν υψηλότερη αν δεν εφαρμοζόταν ο επίμαχος νόμος». Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, όπως παρατηρεί η κυρία Τσίπρα, «δεν μπορείς να παρεμβαίνεις στο δημόσιο με οριζόντια μέτρα κατάργησης θέσεων, όταν αυτά δεν στηρίζονται σε ενδελεχή μελέτη της λειτουργίας των υπηρεσιών και των αναγκών του δημοσίου». Επίσης κάποιος υπάλληλος, αν δεν έχει υποβάλει αίτηση παραίτησης, μπορεί να διεκδικήσει την επάνοδό του στην υπηρεσία του και να απαιτήσει η θέση του που έχει καταργηθεί να επανασυσταθεί. Το αίτημα αυτό μπορεί να απευθυνθεί και στην υπηρεσία απ' όπου προέρχεται. Η θέση του έχει μεν καταργηθεί, αλλά με βάση τα δεδομένα που δημιουργεί η απόφαση του ΣτΕ, αυτό έγινε με αντισυνταγματική διάταξη και επομένως μπορεί να επανασυσταθεί.Σημαντική απόφαση, την πρώτη που κρίνει αντισυνταγματική διάταξη του μνημονίου, χαρακτηρίζει η ΑΔΕΔΥ, την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την πρώτη εφεδρεία στον δημόσιο τομέα, που εφαρμόστηκε με τον Ν. 4024/2011. Η διάταξη του σχετικού νόμου, που κρίθηκε αντισυνταγματική από την Ολομέλεια του ΣτΕ, έβαζε σε διετή προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει 33 χρόνια προϋπηρεσίας και ήταν τουλάχιστον 53 ετών εκείνη την εποχή. Στο καθεστώς αυτό θα έμπαιναν περίπου 2.500 υπάλληλοι, περισσότεροι από τα 2/3 ωστόσο προτίμησαν τότε να παραιτηθούν και να βγουν με τις όποιες απώλειες απευθείας στη σύνταξη. Σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα, με το 60% του μισθού τους, μπήκαν τελικά περί τους 700, οι οποίοι θα αποχωρήσουν οριστικά από το δημόσιο τον Νοέμβριο του 2013. Μετά την απόφαση του ΣτΕ ωστόσο, σύμφωνα με την εργατολόγο, νομική σύμβουλο της ΑΔΕΔΥ, κυρία Μαρία Τσίπρα, ανοίγει ο δρόμος για όλους αυτούς να διεκδικήσουν δικαστικά την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, εξαιτίας της εφαρμογής της διάταξης που κρίθηκε αντισυνταγματική. Αυτό σημαίνει «να απαιτήσουν τη διαφορά αποδοχών τους από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι και την ημέρα που βγήκαν στη σύνταξη και αντιστοίχως την επανόρθωση ενδεχόμενου δυσμενούς υπολογισμού της σύνταξής τους , εφόσον θα ήταν υψηλότερη αν δεν εφαρμοζόταν ο επίμαχος νόμος». Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, όπως παρατηρεί η κυρία Τσίπρα, «δεν μπορείς να παρεμβαίνεις στο δημόσιο με οριζόντια μέτρα κατάργησης θέσεων, όταν αυτά δεν στηρίζονται σε ενδελεχή μελέτη της λειτουργίας των υπηρεσιών και των αναγκών του δημοσίου». Επίσης κάποιος υπάλληλος, αν δεν έχει υποβάλει αίτηση παραίτησης, μπορεί να διεκδικήσει την επάνοδό του στην υπηρεσία του και να απαιτήσει η θέση του που έχει καταργηθεί να επανασυσταθεί. Το αίτημα αυτό μπορεί να απευθυνθεί και στην υπηρεσία απ' όπου προέρχεται. Η θέση του έχει μεν καταργηθεί, αλλά με βάση τα δεδομένα που δημιουργεί η απόφαση του ΣτΕ, αυτό έγινε με αντισυνταγματική διάταξη και επομένως μπορεί να επανασυσταθεί.


Πηγή: newsbeast.gr και http://www.tovima.gr/
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Δικαστικό φρένο αντισυνταγματικότητας στην οριζόντια επιβολή περικοπών στις αποδοχές των εργαζομένων και στην παραβίαση των ΣΣΕ

H ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ 
Δικαστικό φρένο αντισυνταγματικότητας στην οριζόντια επιβολή περικοπών στις αποδοχές των εργαζομένων και στην παραβίαση των ΣΣΕ 

Δικαίωση των αγώνων των εργαζομένων και του συνδικαλιστικού Κινήματος αποτελεί η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων 259/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία αναγνωρίζεται η παραβίαση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από την αδιάκριτη επιβολή σωρευτικών περικοπών στις αποδοχές των εργαζομένων της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας (ΕΑΒ) και την κρατική παρέμβαση στην κατάργηση της ισχύουσας ΣΣΕ. Με εκτεταμένο και πλήρως αιτιολογημένο σκεπτικό το Δικαστήριο δικαιώνει πλήρως τις θέσεις της Γ.Σ.Ε.Ε. από το 2010 για τον παράνομο χαρακτήρα όχι μόνο αυτών καθαυτών των μειώσεων των αποδοχών των εργαζομένων στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και της οριζόντιας επιβολής του ενιαίου μισθολογίου στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κι αυτό γιατί οι μνημονιακές δεσμεύσεις και ρυθμίσεις αγνόησαν προκλητικά και πλήρως:
  • το πραγματικό γεγονός της διαφορετικής σύνθεσης του μισθού και της εφαρμογής διαφορετικού συστήματος αμοιβής στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που βασίζεται τόσο στην επιχειρηματική ή/και παραγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων αυτών όσο και στα επαγγελματικά ή/και εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων τους και τις ειδικές συνθήκες εργασίας (πχ λόγω τεχνικής εξειδίκευσης, επικινδυνότητας ή λόγω του ανθυγιεινού αυτής). 
  • τις συλλογικές ρυθμίσεις που ίσχυαν και εφαρμόζονταν επί σειρά ετών στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ιδιαίτερα στις εισηγμένες δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, που, εκτός όλων των άλλων, ήταν προσαρμοσμένες στα ιδιωτικο-οικονομικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά τους. 
Τα παραπάνω αναγνωρίζονται από την απόφαση του Δικαστηρίου το οποίο χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «[το] γενικό συμφέρον σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσβολή του πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο οποίος ως περιορισμός των περιορισμών, συνιστά το απαραβίαστο όριο για κάθε ρύθμιση του κοινού νομοθέτη», ότι «[η] μείωση των αποδοχών αντίκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση σε θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις, καθώς καταργούνται οι ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, που έχουν συναφθεί μεταξύ του σωματείου και της ΕΑΒ, παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας και η αρχή της αναλογικότητας με την ισοπεδωτική εξομείωση των όρων εργασίας των εργαζομένων της ΕΑΒ με εκείνους που ισχύουν σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, χωρίς μάλιστα να συντρέχει επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος» καθώς επίσης ότι «[η] εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου στην ΕΑΒ, δηλαδή ενός συστήματος με παντελώς διαφορετική φιλοσοφία, λογική και στόχευση αντιμετωπίζει την ΕΑΒ ως μια «τυπική» δημόσια υπηρεσία, ενώ πρόκειται για πρωτοπόρο επιχείρηση τεχνολογίας αιχμής με μοναδικό έργο και προσωπικό υψηλής ειδίκευσης», «αντιστρέφοντας την ιεράρχηση των προσόντων των εργαζομένων αναφορικά με τη μισθολογική τους εξέλιξη…» και καταργώντας επιπρόσθετα επιδόματα «[που] είχαν θεσμοθετηθεί με ΣΣΕ σχετικά με τη λήψη εκ μέρους των εργαζομένων ανάλογων πιστοποιήσεων, απαραίτητων για την ίδια τη λειτουργία και έγκαιρη και ορθή εκτέλεση των συμβάσεων που αναλαμβάνει η ΕΑΒ…».
Η Γ.Σ.Ε.Ε., η οποία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των θέσεων των εργαζομένων, καλεί τα σωματεία να συνεχίσουν συντονισμένα και να εντείνουν τους συνδικαλιστικούς και νομικούς τους αγώνες για την προστασία των εργαζομένων από την κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΥΠΟΥ & ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Η αντισυνταγματικότητα του μέτρου της διαθεσιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων

Η ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ (με αφορμή το πρόσφατο παράδειγμα της κατηγορίας ΙΔΑΧ ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού)
ΝΟΜΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ - ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Του Διδάκτορος Νομικής - Δικηγόρου Αθηνών, Ηλία Δ. Κολλύρη
Ι. Νομοθετικό πλαίσιο του καθεστώτος της διαθεσιμότητας
Με την υποπαράγραφο Ζ.2. του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 προβλέφθηκε ότι:
1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους:
α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων).
β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας.
γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011. Οι πράξεις προσωρινής τοποθέτησης της περίπτωσης αυτής εκδίδονται από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Σε περίπτωση μη εμφάνισης του υπαλλήλου εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη της περίπτωσης 5 της προηγούμενης υποπαραγράφου. 
δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης.
2. Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί ένα (1) έτος και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπαλλήλους των φορέων της υποπαραγράφου Ζ.1.1.β, οι θέσεις των οποίων καταργούνται. 
4. Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας. 
5. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τη διαδικασία υπαγωγής στα ανωτέρω προγράμματα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου. 
Σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.4. του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 καταργήθηκαν αυτοδικαίως από τη δημοσίευσή του οι οργανικές, προσωρινές και προσωποπαγείς θέσεις των υπαλλήλων, οι οποίοι υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην υποπαράγραφο Ζ.1.1: με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους και μερικής απασχόλησης, που ανήκουν στην κατηγορία ΔΕ (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), αποκλειστικά των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού – Λογιστικού, Διοικητικού – Οικονομικού, Διοικητικών Γραμματέων, και (οι οποίοι) δεν έχουν προσληφθεί: 
1. Με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως είναι οι διαδικασίες επιλογής ΑΣΕΠ, 
2. Με άλλες ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας, όπως π.χ. δημόσια ανακοίνωση- προκήρυξη θέσεων με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια, 
3. Με ειδικές διατάξεις, όπως π.χ. με το ν.1648/1986, όπως τροποποιήθηκε με το ν.2643/1998, για την προστασία ευπαθών κοινωνικών ομάδων (π.χ. πολύτεκνες οικογένειες, αποκατάσταση αναπήρων πολέμου, προστασία ατόμων με αναπηρία), ν.3624/2007 για το διορισμό συγγενούς θανόντος εξαιτίας των καταστροφικών πυρκαγιών του έτους 2007, ν. 3448/2006 για το διορισμό συγγενών θανόντων εν υπηρεσία, ν. 2725/1999, όπως ισχύει, για το διορισμό διακριθέντων αθλητών κ.λ.π. 
Σημειώνεται ότι, προσωπικό του οποίου μεταβλήθηκε η εργασιακή σχέση σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου επειδή διαπιστώθηκε ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες (π.χ. ν.2190/1994, ν.2839/2000, Π.Δ. 164/2004), καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του ως άνω νόμου. 
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και προκειμένου να αποφευχθούν προβλήματα δυσλειτουργίας στις υπηρεσίες, απαιτείται –πέραν της συνδρομής των στοιχείων που μνημονεύονται πιο πάνω- ο αριθμός των υπαλλήλων που καταρχήν καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση: 
α) να είναι τουλάχιστον δέκα (10) ανά υπηρεσία ή φορέα, ή μεγαλύτερος, 
β) να μην ξεπερνά το 25% του συνολικού αριθμού των τακτικών υπαλλήλων των ως άνω κλάδων και ειδικοτήτων της υπηρεσίας ή του φορέα. Για τον υπολογισμό του ως άνω ποσοστού του 25% στο συνολικό αριθμό των τακτικών υπαλλήλων της υπηρεσίας ή του φορέα (: μέγεθος αναφοράς), προσμετρώνται οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των ως άνω κλάδων και ειδικοτήτων, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας 
γ) να μην ξεπερνά το 10% του συνόλου του τακτικού προσωπικού που υπηρετεί στην οικεία υπηρεσία ή φορέα. 
Για τον υπολογισμό του ως άνω ποσοστού του 10%, στο συνολικό αριθμό του τακτικού προσωπικού της υπηρεσίας ή του φορέα (:μέγεθος αναφοράς), προσμετρώνται οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας, κλάδου και ειδικότητας. Επισημαίνεται ότι, για την εφαρμογή της διάταξης, απαιτείται οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις να συντρέχουν σωρευτικά. Σημειώνεται, επίσης, ότι για τον υπολογισμό των ανωτέρω υπό α), β) και γ), οι αποσπασμένοι υπάλληλοι θα προσμετρηθούν στο προσωπικό των υπηρεσιών υποδοχής στις οποίες έχουν αποσπαστεί και όχι στο προσωπικό των υπηρεσιών από τις οποίες προέρχονται. 
Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαιρέθηκαν: 
1. οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης και φροντίδας, 
2. ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) 
3. τα νοσοκομεία, 
4. η Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων, Πολιτισμού & Αθλητισμού, στην οποία και υπάγονται τα Μουσεία της χώρας. Τα Μουσεία που είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της διάταξης αυτής. 
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 και 34 του ν.4024/11, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν εφαρμόζεται, (μολονότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις εφαρμογής), στους υπαλλήλους ΙΔΑΧ, οι οποίοι υπάγονται στις παρακάτω εξαιρέσεις: 
α) ο εργαζόμενος του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος έχει ενταχθεί και εξακολουθεί να τελεί σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα ή σε εργασιακή εφεδρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 και 34 του ν.4024/11 . 
β) εργαζόμενος του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο το οποίο τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε. (ν.2238/1994, ΑΊ51) και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται στις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ. 
γ) εργαζόμενος που είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67% ή πολύτεκνος κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α’ 229), εφόσον τα τέκνα, που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1910/1944, τον βαρύνουν φορολογικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε., 
δ) εργαζόμενος που είναι προστάτης μονογονεϊκής οικογένειας με τέκνο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.Φ.Ε.. 
Διευκρινίζεται, τέλος, ότι σύμφωνα με τη συναφή εγκύκλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης για την εφαρμογή των ανωτέρω: 
Α) ως υπηρεσία ή φορέας νοείται κάθε διοικητική δομή η οποία διαθέτει διοικητική αυτοτέλεια. Σημειώνεται ότι σε περιπτώσεις Υπουργείων με περισσότερες από μία Διευθύνσεις Διοικητικού – Προσωπικού, ως υπηρεσία – φορέας νοείται το σύνολο των οργανικών μονάδων που εξυπηρετούνται από τη συγκεκριμένη Διεύθυνση Διοικητικού – Προσωπικού. 
Β) ως ημερομηνία πρόσληψης για το μεταφερόμενο – μετατασσόμενο προσωπικό λογίζεται η ημερομηνία εισόδου στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, ή οποιοδήποτε άλλο φορέα, υπό την προϋπόθεση ότι ο χρόνος που διανύθηκε στις υπηρεσίες προέλευσης του μεταφερομένου – μετατασσομένου προσωπικού έχει ληφθεί υπόψη για τη βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη με την ιδιότητα του υπαλλήλου ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. 
Γ) Για τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο δημόσιο, όπως αναφέρονται στην υποπαράγραφο Ζ 1.1.β, τα οποία δεν ακολουθούν την ως άνω κατηγοριοποίηση ειδικοτήτων, στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης εμπίπτουν όλες εκείνες οι ειδικότητες που αντιστοιχίζονται με τις ειδικότητες Διοικητικού, Διοικητικού – Λογιστικού, Διοικητικού – Οικονομικού, Διοικητικών Γραμματέων. 
Δ) Τέλος, επισημαίνεται ότι η διαθεσιμότητα επέρχεται εκ του νόμου. Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 4ης Δεκεμβρίου 2012 (ΦΕΚ 237/Α/5.12.2012) εισήχθησαν ρυθμίσεις (άρθρα 17 και 18) με τις οποίες αναγνωρίζεται και ρητά στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης η αρμοδιότητα να επικαιροποιεί και να συμπληρώνει τα στοιχεία των υπαλλήλων, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού, όταν πρόκειται για μεταβολές της υπηρεσιακής τους κατάστασης που επέρχονται αυτοδικαίως από τυπικό νόμο, όπως είναι η διαθεσιμότητα που επήλθε δυνάμει της υποπαρ. Ζ4 της παρ. Ζ του ν. 4093/2012, εφόσον (η επικαιροποίηση αυτή) δεν πραγματοποιηθεί από το αρμόδιο όργανο (τις Διευθύνσεις Προσωπικού των οικείων υπηρεσιών) εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το νόμο. Τα σχετικά είχαν επισημανθεί ήδη και στην υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/ΔΙΠΙΔΔ/οικ.27052/ 21.11.2012 εγκύκλιο (ΑΔΑ: Β4ΣΞΧ-ΤΑ8) του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης. 
Επιπρόσθετα, κατά την ως άνω ΠΝΠ, για την επέλευση των πάσης φύσεως συνεπειών της πιο πάνω υπηρεσιακής μεταβολής (διαθεσιμότητα) δεν είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης. Και αυτό, επειδή όχι μόνο η ίδια η θέση σε διαθεσιμότητα επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως αποτέλεσμα της κατάργησης της θέσης που κατείχε ο υπάλληλος αλλά και επειδή ο ίδιος ο νόμος ορίζει ρητά τις εντεύθεν συνέπειες (δυνατότητα για μετάταξη ή μεταφορά, μείωση αποδοχών κλπ.). 

ΙΙ. Νομικός χαρακτηρισμός «διαθεσιμότητας» 
Ουσιαστικά, λοιπόν, πρόκειται για απόλυση οριστική, χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (καταβολή πλήρους αποζημίωσης), και φυσικά χωρίς να υφίσταται ουδείς σπουδαίος και σοβαρός λόγος για την απόλυση, δεδομένα που την καθιστούν αυτοτελώς παράνομη και καταχρηστική. Ότι πρόκειται πράγματι για περίπτωση απόλυσης υπό προθεσμία προκύπτει από το πραγματικό γεγονός της αναγκαστικής απομάκρυνσής από τις θέσεις εργασίας και της λύσης της υπαλληλικής σχέσης με αντίστοιχη σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργοδότη («…λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας») (πρβλ. ενδεικτικά τις υπ’ αριθμ. 4792 και 4793/2012 αποφάσεις του ΜΠΑ για το αντίστοιχο καθεστώς της εργασιακής εφεδρείας που είχε επιβληθεί με το Ν. 4024/2011). 

ΙΙΙ. Αντίθεση «καθεστώτος διαθεσιμότητας» προς το κοινοτικό δίκαιο 
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΑΠ (βλ. ενδεικτικά ΑΠ, Ολομ. 631/2011): 
Ο Εθνικός νομοθέτης όσο και ο Εθνικός δικαστής των κρατών μελών της Ε.Ε. δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ούτε να παρερμηνεύουν τις διατάξεις κοινοτικής οδηγίας, διότι τότε παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες από 1-1-1981, δυνάμει της από 28-5-1979 Σύμβασης προσχώρησης της Ελλάδος στην τότε Ε.Ο.Κ., η οποία κυρώθηκε με το Ν.945/1979 (Ολ. ΑΠ 23/1998). 
Εξ άλλου, κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Κ., τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, όχι μόνο νομικώς αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, και τούτο μέσω θεσπίσεως νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (απόφαση της 30.5.1991, Υποθ. C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας) Υποθ. 220/1994,(απόφ. της 15.6.1995). 
Περαιτέρω, κατά πάγια επίσης νομολογία του ΔΕΚ, μετά την απόφαση της 10ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 14/83, Von CoLson και Kamann η υποχρέωση των κρατών μελών, η οποία απορρέει από Οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η Οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που έχουν, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. 
Όπως δε προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-106/89, και της 16ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-334/92, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις ένα εθνικό δικαστήριο, που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 [ήδη 249], τρίτο εδάφιο της Συνθήκης. 
Επομένως, στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, απόκειται η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των διατάξεων αυτών και της προστασίας των δικαιωμάτων που αυτές απονέμουν στους ιδιώτες, απόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται από τις αρχές του αμέσου αποτελέσματος και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου που προαναφέρθηκε. 
Η απόλυση από Δήμους ή το Δημόσιο τυγχάνει παράνομη καθόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του νόμου περί ομαδικών απολύσεων. Ειδικότερα δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω καθόλου οι ειδικότερες και υπέρτερης ισχύος διατάξεις του Ν. 1387/1983 και της Οδηγίας 95/98/ΕΟΚ, καθώς με ευθύνη του καθού ούτε διαβουλεύσεις έλαβαν καν χώρα μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτικής πλευράς, ούτε τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, ούτε τηρήθηκε η νόμιμη ποσόστωση και για το λόγο αυτό οι γενόμενες απολύσεις μας οι οποίες έλαβαν χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 1387/1983 και της ως άνω Οδηγίας τυγχάνουν άκυρες. Συνεπώς η καταγγελία της σύμβασής είναι για το λόγο αυτό άκυρη. 
Επιπλέον το ΠΔ 164/2004 (ΠΔ Παυλόπουλου) υλοποίησε κοινοτικό δίκαιο, το οποίο μέσω του «θεσμού» της διαθεσιμότητας παραβιάζεται και καταστρατηγείται, καθόσον με νόμο (4093/2012) απολύονται και όλοι όσοι είχαν μονιμοποιηθεί στο δημόσιο ακριβώς για να μην γίνεται κατάχρηση συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δηλαδή ο εφαρμοστέος νόμος αντίκειται ευθέως στο υπέρτερης ισχύος κοινοτικό δίκαιο το οποίο έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο. 
Δηλαδή με την εφαρμογή του νόμου 4093/2012 συνέτρεξε άμεση παραβίαση της 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και ειδικότερα της ρήτρας 4 και 5 αυτής σύμφωνα με την οποία: 
«1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους…. 1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: 
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας 
β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου 
γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας». 

ΙV. Παραβίαση συνταγματικών και υπερνομοθετικών διατάξεων και αρχών – Καταχρηστικότητα απόλυσης 
Σε κάθε περίπτωση η απόλυσή από την εργασία έλαβε χώρα χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την απομάκρυνσή και δη κατά τρόπο ευθέως αντίθετο προς το Σύνταγμα (και το κοινοτικό Δίκαιο) υπό την έννοια ότι το μοναδικό χρησιμοποιούμενο νομοθετικό κριτήριο, ήτοι αυτό του τρόπου εισόδου στην υπηρεσία, τυγχάνει κατεξοχήν απρόσφορο και εισάγον προδήλως διακριτική μεταχείριση, παραβιάζον ούτως την αρχή της ίσης μεταχείρισης ομοειδών περιπτώσεων και τη θεμελιώδη αρχή της αξιοκρατίας.Και στο σημείο αυτό ακριβώς αντιφάσκει ο νόμος και η συναφής εγκύκλιος, παραβιάζοντας και τη συνταγματική και υπερνομοθετική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όλων προς τις ενέργειες του Κράτους, καθόσον από τη μια όλοι οι υπάλληλοι διορίστηκαν και εισήλθαν με απολύτως νόμιμο τρόπο στην Υπηρεσία, από την άλλη ουσιαστικά αμφισβητείται αυτή καθαυτή η νομιμότητα του διορισμού (παρά την εικονική αντίθετη εξαγγελία της σχετικής εγκυκλίου), καθώς τίθενται σε διαθεσιμότητα μόνο αυτοί και όχι και όσοι συνάδελφοί εισήλθαν στο δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ ή με βάση ειδικό νόμο (παραβίαση της αρχής non venire contra favtum proprium). 
Πράγματι υπό το καθεστώς του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το Ν. 3198/1955 καθιερώθηκε νομοθετικά επί δεκαετίες το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Κρίσιμο κριτήριο για την επιλεκτική καταγγελία ορισμένης σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τον εργοδότη αποτελεί κατεξοχήν το κριτήριο της αποδοτικότητας ή μη του υπαλλήλου, κάτι το οποίο όμως ουδόλως εισάγεται ως κριτήριο απόλυσης στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, η απόλυσή μέσω διαθεσιμότητας είναι προδήλως καταχρηστική και αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατ' άρθρο 281 ΑΚ, που θέτει περιορισμούς και σε αυτό το διευθυντικό δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. 
Η οριζόντια δηλαδή εφαρμογή του νεοεισαχθέντος μέτρου της διαθεσιμότητας για όλους τους υπαλλήλους ΔΕ κατηγορίας Διοικητικού Λογιστικού, αλλά όχι και για υπαλλήλους ΤΕ ή ΠΕ κατηγορίας ή για υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ που εισήλθαν στο δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ ή με ειδικό νόμο (ωσάν άπαντες αυτοί να είναι a priori κατώτεροι ή μη χρήσιμοι στην Υπηρεσία εν σχέσει με τις υπόλοιπες αναφερόμενες περιπτώσεις) και μάλιστα με μόνο κριτήριο τον τρόπο εισόδου στην Υπηρεσία τυγχάνει παράνομο ως αντισυνταγματικό, καθόσον αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας που τυγχάνουν εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση (έμμεση τριτενέργεια συνταγματικών δικαιωμάτων) και οιαδήποτε απόλυση δεν θα μπορούσε παρά να γίνει με αξιοκρατικά κριτήρια ισότητας. 
Η απόλυσή παραβιάζει αυτοτελώς και κατάφωρα τη συνταγματική αρχή της ισότητας στις ειδικότερες εκφάνσεις αυτής που επιβάλλουν την ομοειδή μεταχείριση ομοειδών περιπτώσεων και την κατά το λόγο εκάστου υπαλλήλου αξιοκρατική υπηρεσιακή του εξέλιξη (αξιοκρατία στη σταδιοδρομία, βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 30/1985, ΣτΕ 2786/1984, 3722/2000, 2717/2003, ΔΕΑ 480/1990). 
Ειδικότερα: 
α) Κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος καθιερώνεται ως πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου. Κάθε ανθρώπινο όν έχει λοιπόν αυτοτελή αξία, η οποία χρήζει σεβασμού από την κρατική εξουσία. 
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».  
Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Συντάγματος: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Η αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, κατοχυρώνουν το δικαίωμα εκάστου στην ακώλυτη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του χωρίς απρόσφορους, αυθαίρετους ή δυσανάλογους (υπό την έννοια του υπέρμετρου που καταλήγει σε άρνηση) περιορισμούς και διακρίσεις. 
Η αρχή της ισότητας την οποία καθιερώνει το άρθρο 4§1 του Συντάγματος, αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και ο οποίος δεσμεύει άπαντα τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας (ενδεικτικά ΣτΕ 2717/1988, ΣτΕ 157/1989 και Ολομ. Α.Π. 3/1997, 7/1993, 12/1992, 6/1992 κλπ). Η παραβίαση της αρχής αυτής ελέγχεται από τα Δικαστήρια, μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας των, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η με ίσους όρους ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός (άρθρο 5 του Συντάγματος). 
Κατά τον έλεγχο δε αυτόν που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ' αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί βεβαίως να ρυθμίσει με ενιαίο διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματίες ή άλλες συνθήκες, οι οποίες συνδέονται με κάθε μία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές και οι οποίες περαιτέρω, στηρίζονται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που τελούν σε συνάφεια με το αντικείμενο της κατά περίπτωση & ad hoc ρύθμισης. 
Κατά την επιλογή όμως των διαφόρων τρόπων ρύθμισης, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την προδήλως άνιση μεταχείριση, είτε με την μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα κριτήρια μεταξύ τους. 
Η ίση πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες συνιστά κατά μία άποψη ειδική πλευρά της αρχής της ισότητας, ενώ κατά άλλη η ίση πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις πηγάζει από την αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας που συνάγεται ερμηνευτικά από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. 
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η νομολογία όσο και η θεωρία αναγνωρίζουν παγίως αυξημένη συνταγματική ισχύ στην αρχή της αξιοκρατίας υπό την ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος στην εργασία και στη σταδιοδρομία του υπαλλήλου με βάση κριτήρια αντικειμενικά, πρόσφορα και συναπτόμενα προς την ικανότητα του. 
Αναγνωρίζεται δηλαδή ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα και σκοπός είναι η εξυπηρέτηση όχι μόνο του ατομικού συμφέροντος του υπαλλήλου αλλά και η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια της επιλογής των αξιότερων για τη στελέχωση των δημοσίων υπηρεσιών. 
Τέλος, η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου ρητώς αναγνωρισμένη από το Ελληνικό Σύνταγμα επιβάλλει την πραγμάτωση της αξιοκρατίας καθώς δεν προστατεύει απλώς τυπικά το δικαίωμα στην ισότιμη μεταχείριση, αλλά επιβάλλει δεσμευτικά και τη δημιουργία συνθηκών που θα προάγουν την ισότητα ευκαιριών για κάθε έλληνα πολίτη. 
Η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αξιοκρατίας, η οποία απορρέει από τον συνδυασμό των άρθρων 4 παρ. 1 (ισότητα) και 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας) του Συντάγματος επιτάσσει οι διαδικασίες πλήρωσης θέσεων και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα να γίνονται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία συνεπάγονται την επιλογή των κατά τεκμήριο ικανότερων υποψηφίων. 
Συνεπώς πρέπει να παραμένουν στην εργασία τουλάχιστον όσοι είναι ικανότεροι και αξιότεροι. Η οριζόντια και ανεξαίρετη εφαρμογή της διαθεσιμότητας στην περίπτωσή μας είναι για το λόγο αυτό προδήλως παράνομη ως αντιβαίνουσα την ως άνω αρχή και την ισότητα. 
Διαφορετική ερμηνεία θα αποτελούσε ευθεία παραβίαση κάθε έννοιας χρηστής διοίκησης, αναλογικότητας και επιείκειας και θα παραβίαζε κατ’ αποτέλεσμα την αξιοκρατία και την ίση πρόσβαση στις θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα. 
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας βάσει διαθεσιμότητας είναι συνεπώς άκυρη ως αντίθετη προς θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος, όπως των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 που διακηρύσσουν το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του, του άρθρου 22 παρ. 1 που αναγάγει την εργασία σε αναφαίρετο κοινωνικό δικαίωμα και υποχρεώνει την Πολιτεία στην προστασία αυτής. 
Εξάλλου τα ιδιαίτερα ως άνω χαρακτηριστικά ταυτόχρονα εξυπηρετούν και το αληθές δημόσιο συμφέρον από την παραμονή στην εργασία μας, καθισταμένης αδικαιολόγητης της οριζόντιας και ισοπεδωτικής με μόνο ένα κριτήριο αντιμετώπισης. 
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 5374 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ προβλέπεται, ότι: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου όρους» 
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. 
Κατά το Ε.Δ.Δ.Α. το άρθρο 1 Π.Π.Π. Ε.Σ.Δ.Α., που εγγυάται ουσιαστικά το δικαίωμα στην περιουσία, περιέχει τρεις διακριτούς κανόνες: 
Ο πρώτος, που διατυπώνεται στο πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου και έχει γενικό χαρακτήρα, διακηρύσσει την αρχή του σεβασμού της περιουσίας. 
Ο δεύτερος, που διατυπώνεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, αφορά τη στέρηση της περιουσίας, την οποία θέτει υπό ορισμένες προϋποθέσεις. 
Ο τρίτος, που περιέχεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει στα Συμβαλλόμενα Κράτη την εξουσία - μεταξύ άλλων - να ρυθμίζουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα προς το γενικό συμφέρον. 
Ο δεύτερος και ο τρίτος κανόνας, που αναφέρονται σε ειδικά παραδείγματα επεμβάσεων στο δικαίωμα στην περιουσία, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της αρχής, που θέτει ο πρώτος κανόνας. (βλ. James κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφ. 21.2.1986, Σειρά Α` αρ. 98, σελ. 29-30, παρ. 37) 
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (πάγια νομολογία Ε.Δ.Δ.Α. Pressos Compania Naviera S.A κά κατά Βελγίου, Pine Valle Development κατά Ιρλανδίας και ΑΠ 40/1998 Ολ. ΑΠ 9/2008) 
Στην έννοια του προστατευόμενου κατά τα ανωτέρω περιουσιακού δικαιώματος υπάγονται τόσο οι αμοιβές όσο και οι συντάξεις και οι εν γένει κοινωνικοασφαλιστικές παροχές, όπως έχει παγίως γίνει δεκτό μέσω της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έτσι, στις υποθέσεις Αντωνακοπούλου κ.α. κατά Ελλάδος και Γεωργιάδης κατά Ελλάδος κρίθηκε από το Ε.Δ.Δ.Α., ότι το δικαίωμα στην απολαβή σύνταξης, υπάγεται στην έννοια της περιουσίας κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. 
Το Ε.Δ.Δ.Α. έχει κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών απορρέει από το δικαίωμα για απόληψη παροχών, που θεωρείται περιουσιακό δικαίωμα, αν και χωρίς να συνδέεται αυτό με ένα ορισμένο ύψος παροχών (απόφαση Αζινάς κατά Κύπρου της 20.6.2002). Προσθέτως και μη ανταποδοτικές παροχές προνομιακού χαρακτήρα θεωρήθηκε, ότι προστατεύονται ως περιουσιακές (αποφάσεις Gaygusuz κατά Αυστρίας της 16.9.1996, Koua Poirrez κατά Γαλλίας της 30.9.2003, Wessels-Bergervoet κατά Ολλανδίας της 4.6.2002). Ο ασφαλισμένος προστατεύεται από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς την προσδοκία του (espérance légitime) για ασφαλιστική παροχή, εφόσον οι αξιώσεις του ερείδονται σε παγιωμένη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, όπως αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη δυνατότητα αναγνωρίσεως, κατόπιν εξαγοράς, του χρόνου πραγματικής προϋπηρεσίας Ελλήνων ομογενών στην Τουρκία (Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση της 19.6.2008, Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας). 
Επίσης, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου, αποβλέπει να διασφαλίσει τον πολίτη από την απρόβλεπτη μεταβολή καταστάσεων και εννόμων σχέσεων, που διέπει το κοινοτικό δίκαιο. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και στο εσωτερικό δίκαιο καθόσον αφορά το ύψος των αποδοχών και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των εργαζομένων, οι οποίοι δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες ότι αυτή δεν θα αλλάξει και ότι οι αποδοχές δεν θα μειωθούν αδικαιολόγητα στο μέλλον (ΑΠ 9/2008). 
Επισημαίνεται, ότι το Ε.Δ.Δ.Α. δέχεται, ότι κατά το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α. στα διανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι το ελληνικό, απαγορεύεται η ουσιώδης μείωση της σύνταξης (απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 12ης Οκτωβρίου 2004, Kjartan Ásmundsson κατά Ισλανδίας) και προβαίνει σε έλεγχο αναλογικότητας του μέτρου, με το οποίο μειώνεται η παροχή σε σχέση με τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται και με την προστασία του πυρήνα του δικαιώματος (Απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κhartan Asdmudson v. Iceland). Επιπλέον, τα δικαιώματα, που απορρέουν από την καταβολή εισφορών σε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης είναι χρηματικά δικαιώματα για τους σκοπούς του άρθρου 1 Π.Π.Π. Ε.ΣΔ.Α. (βλ. Gaygusuz κατά Αυστρίας, απόφ. 16.9.96, Συλλ. 1997, σελ. 1142, παρ. 39 41). 
Μέχρις στιγμής η προστασία της σύνταξης με βάση την Ε.Σ.Δ.Α. έχει γίνει δεκτή για τα θεμελιωμένα (γεγενημένα) δικαιώματα. Και το πότε ένα δικαίωμα είναι θεμελιωμένο κρίνεται κατά το εθνικό δίκαιο. Κατά τη νομολογία του ΣτΕ θεμελιωμένο είναι το δικαίωμα, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για τη λήψη της παροχής για το οποίο επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεσιν για λόγους δημοσίου συμφέροντος η μείωσή της. Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 δεν κατοχυρώνει το δικαίωμα να λαμβάνει ο πολίτης κοινωνικές παροχές, εάν σε ένα συμβαλλόμενο κράτος έχουν τεθεί σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν δικαίωμα καταβολής επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας, είτε υπό όρους ή όχι από προηγούμενη καταβολή εισφορών η νομοθεσία πρέπει να θεωρηθείται ως δημιουργία ενός περιουσιακού δικαιώματος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1 για τα δικαιούμενα πρόσωπα (Stec αρ. 65731/01 και 65900/01, § § 53-55, ΕΔΔΑ 
Το Ελεγκτικό Συνέδριο στην υπ’ αριθμόν 1347/2009 απόφαση του έκρινε: «Κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται να καταργηθεί ή να αποσβεστεί ή περιοριστεί με αναδρομική ουσιαστική νομοθετική ρύθμιση αν δεν συντρέχουν πράγματι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι να δικαιολογούν την κατάργηση ή τον περιορισμό της, τηρουμένης πάντοτε μιας δίκαιη ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των επιταγών της προάσπισης του περιουσιακού αυτού δικαιώματος». 
Είναι επίσης χαρακτηριστική η πρόσφατη με αριθ. 6/2010 απόφαση του Δικαστηρίου του ΣτΕ (ΣΤ Τμ), όπου επανέλαβε την πάγια νομολογία περί της υποχρέωσης σεβασμού της περιουσίας του προσώπου που περιλαμβάνει όχι εμπράγματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα αλλά και τα δικαιώματα ενοχικής φύσεως (ΣτΕ 2032/2009, ΑΠ 104/2009) επισημαίνοντας ωστόσο ότι, η θέσπιση κανόνων δικαίου με αναδρομική ισχύ μπορεί να καταλαμβάνει και εκκρεμείς δίκες, μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος και εφόσον δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (βλ. ΕΔΔΑ 6-10-2005 Draon κατά Γαλλίας (σκ.59), 11-4-2002-11-7-2002 Σμοκοβίτης κατά Ελλάδος (σκ 29), 1995 Pressos Compania Naviera SA and others κατά Βελγίου (σκ 29 επ). 
Από την ανωτέρω νομολογία τόσο του Ε.Δ.Δ.Α. όσο και των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας μας προκύπτει, ότι στην έννοια της περιουσίας του 1ου άρθρου του Πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα ανεξαιρέτως τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα η προστατευτική εμβέλεια της ανωτέρω ρύθμισης να εκτείνεται και στα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα σε απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες από διαιτητική ή δικαστική απόφαση είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον ως την προσφυγή δίκαιο, ότι δύνανται να ικανοποιηθούν δικαστικώς. 
Επισημαίνεται ότι τέτοιες απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) είναι και εκείνες του εργατικού δικαίου, που στρέφονται κατά του Κράτους και ΝΠΔΔ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από τακτικές αποδοχές (μισθούς κ.λ.π.), που καταβάλλονται σε εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και οι οποίες δεν μπορούν να μειωθούν παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, η συνδρομή της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολομ ΑΠ 3/1998). Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβώνας (1.12.2009) η οποία τροποποίησε τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη ΕΚ, η Ε.Ε. βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασµού των ανθρωπίνων δικαιωµάτων και των θεµελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου ενώ τοποθετούνται πλέον οι οικονομικοί και κοινωνικοί στόχοι στο ίδιο επίπεδο καθώς ορίζεται ως στόχος η δημιουργία μιας έντονα ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς, που στοχεύει στην πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο. 
Κύριο επίτευγμα της Συνθήκης της Λισαβώνας είναι, ότι πλέον «προάγονται» στο επίπεδο ισχύος Συνθήκης μια σειρά από αξίες, όπως είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισότητα, η ανοχή του διαφορετικού, η μη διάκριση, η αλληλεγγύη και η δικαιοσύνη. Εξέχουσας σημασίας αποτελεί η αναγνώριση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ως κείμενο ισότιμης αξίας με τις Συνθήκες της Ε.Ε. και τον οποίο θεωρεί ως το σύνολο των δικαιωμάτων, που πρέπει να έχουν όλοι οι πολίτες της Ένωσης έναντι των θεσμικών οργάνων της και των νομικών εγγυήσεων, που παρέχει. Τα δικαιώματα αυτά, που πηγάζουν κυρίως από άλλες διεθνείς πράξεις, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αποκτούν έτσι νομική κατοχύρωση στην Ένωση. 
Όλα τα όργανα της Ένωσης οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στο Χάρτη. Την ίδια υποχρέωση έχουν και τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία. Με τα δεδομένα αυτά κάθε παραβίαση πλέον της Ε.Σ.ΔΑ. αποτελεί ευθεία παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ρύθμιση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής έννομης τάξης και είναι στο πλαίσιο του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος δεσμευτική για τον έλληνα νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται να στερήσει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο από ενοχικά του δικαιώματα, παρά μόνο εφόσον υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι βάσει και της αρχής της αναλογικότητας έχουν προτεραιότητα έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαιούχου. 
Ο κοινός νομοθέτης δύναται συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, να στερήσει τον δικαιούχο από γεγεννημένα ως άνω δικαιώματα, αλλά μόνο «δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους», οι οποίοι πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς. Απαιτείται επομένως, όχι απλώς η ύπαρξη δημόσιας ωφέλειας,( που μάλιστα, πάντα υπάρχει ως δημοσιονομικό όφελος επί απόσβεσης ή περιορισμού περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία υφίστανται έναντι του Δημοσίου) αλλά και η συνδρομή περαιτέρω τασσόμενων σχετικών από τον νόμο ή τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρων, όπως είναι η καθ’ ορισμένη διαδικασία διαπίστωση της δημόσιας ωφέλειας, ή η θέσπιση άλλων υπέρ των δικαιούχων παροχών ή πλεονεκτημάτων, που αντισταθμίζουν την περιουσιακή απώλεια (Ελ. Συν. 1562/2005, ΕΔΔΔ 2005, σελ.822).» 
Κατ’ αρχήν πρέπει να τονιστεί, ότι η έννοια του δημοσίου συμφέροντος, όπως γίνεται δεκτό από την νομολογία, η οποία δικαιολογεί την στέρηση της ιδιοκτησίας, δεν μπορεί να είναι απλά η έννοια του ταμειακού συμφέροντος του Δημοσίου, δεδομένου, ότι από κάθε περικοπή ή περιστολή δαπανών γεννάται όφελος για το Δημόσιο, είτε υπό την έννοια της αποφυγής πληρωμής υποχρεώσεων του είτε υπό την έννοια της μείωσης των δαπανών του. Όπως ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκε, η έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δύναται να περιορίζει το εκ του νόμου προστατευόμενο δικαίωμα στην περιουσία πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς και να στηρίζεται σε επαρκή δημοσιονομικά στοιχεία, που καθιστούν επιβεβλημένη την συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή, μέσα στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας. 
Η αρχή της αναλογικότητας, όπως έχει διαπλαστεί από την θεωρία και την νομολογία δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεχνική συνταγματικού ελέγχου των κρατικών ενεργειών, όταν αυτές βαρύνουν υπέρμετρα τους πολίτες και τα κατοχυρωμένα δικαιώματα τους. Ορίζει, δηλαδή, τα απώτατα όρια του συνταγματικά επιτρεπτού της κρατικής περιοριστικής επέμβασης στα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, επιτάσσοντας την ύπαρξη εύλογης αναλογίας, ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και στον περιορισμό συνταγματικού δικαιώματος, ως μέσου για την επίτευξη του σκοπού. 
Η αρχή της αναλογικότητας έχει αναγνωριστεί από μακρού ως ιδιόμορφη κανονιστική αρχή, που αποτελεί αναγκαίο κανόνα ερμηνείας για την αξιολόγηση της συνταγματικότητας των περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τον κοινό νόμο. Η ιδιαίτερη χρησιμότητας της αναδεικνύεται πρωτίστως σε περιπτώσεις σύγκρουσης κανόνων δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων η αρχή εξυπηρετεί την οριοθέτηση των εκάστοτε συγκρουόμενων αγαθών ή αξιών. 
Νομολογιακά η αρχή της αναλογικότητας, εφαρμόστηκε ρητώς για πρώτη φορά με την υπ’ αριθμόν 2112/1984 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ θεμελιώθηκε συνταγματικά με την αναθεώρηση του έτους 2001, όταν πλέον συμπεριελήφθη στο άρθρο 25 παρ.1 δ του Συντάγματος, όπου ορίστηκε, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί των συνταγματικών δικαιωμάτων πρέπει να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η εν λόγω αρχή ισχύει έναντι όλων των μορφών άσκησης εξουσίας, ανεξαρτήτως της οργανωτικής τους μορφής και του γεγονότος, ότι η δράση τους διέπεται κατ’ αρχήν από το ιδιωτικό δίκαιο. 
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την αναγνώρισε ως αρχή του ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου ήδη από το έτος 1970 ενώ το Ε.Δ.Δ.Α., την θεωρεί ως εγγενή στο συνολικό σύστημα της Ε.Σ.Δ.Α. (Απόφαση 23-4-1982). Πριν την συνταγματική θεμελίωση της με την αναθεώρηση του έτους 2001, η αρχή της αναλογικότητας θεμελιώνονταν συνταγματικά στα άρθρα 5 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος. Από την πρώτη διάταξη συνάγεται, ότι οι περιορισμοί της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας δεν μπορούν να ξεπερνούν το αναγκαίο μέτρο για την προστασία του Συντάγματος, των χρηστών ηθών και των δικαιωμάτων των άλλων, ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 η κρατική εγγύηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, θα πρέπει να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση τους. Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001 η ρητή κατοχύρωση της στο άρθρο 25 παρ.1, ήρθε να άρει κάθε αμφισβήτηση αναγνωρίζοντας την ανάγκη για ενιαία εφαρμογή της από την δικαστική αλλά και την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. 
Η υπό κρίση αρχή αναλύεται σε τρεις επιμέρους αρχές: 
1) Την αρχή της αναγκαιότητας (Erfordelichkeit), 
2) στην αρχή της καταλληλότητας (Geeingnetheit) και 
3) στην αρχή της αναλογικότητας με στενή έννοια (Verhaltnismassigkeit in engeren Sinn). 
Με την σειρά της η αρχή της αναλογικότητας αναλύεται σε τρεις επιμέρους αρχές: 
1) την αρχή της ελάχιστης δυνατής προσβολής ή του ηπιότερου μέτρου 
2) την αρχή της αποφυγής ασύμμετρων ή δυσανάλογων συνεπειών και 
3) την αρχή της απαγόρευσης της χρονικής ασυνέπειας ή υπερβολής. 
Η προσφορότητα ή καταλληλότητα του περιορισμού ελέγχεται σε σχέση με την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ένα μέτρο (νομοθετικό ή διοικητικό) θεωρείται κατάλληλο και κατά συνέπεια συνταγματικό ακόμα και όταν με αυτό επιτυγχάνεται εν μέρει η πραγματοποίηση του σκοπού. Αυτό βέβαια, προϋποθέτει, ότι το εν λόγω μέτρο, δύναται πραγματικά ή άποψη να συνδράμει στην επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Η αρχή της αναγκαιότητας, επιβάλλει στην διοίκηση ή στον νομοθέτη να λάβει το συγκεκριμένο περιοριστικό ατομικών δικαιωμάτων μέτρο, μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο, όταν δηλαδή αποκλείεται η επιλογή άλλου εξίσου αποτελεσματικού, λιγότερο όμως περιοριστικού μέτρου. Εάν δηλαδή το ίδιο αποτέλεσμα είναι δυνατόν αν επιτευχθεί με μικρότερο περιορισμό, τότε ο επιβαλλόμενος περιορισμός δεν είναι αναγκαίος και συνακόλουθα δεν είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας. Οι κάθε είδους κρατικές παρεμβάσεις δικαιολογούνται να περιορίσουν την ελευθερία του ατόμου, μόνο όταν η συντρέχουσα ανάγκη θεραπείας, διατήρησης ή διαφύλαξης της δημόσιας τάξης τις καθιστά αναγκαίες (ΣτΕ 1158/1988). Συνεπώς αναγκαίο είναι ένα μέτρο, όταν η Διοίκηση δεν θα μπορούσε να επιλέξει ένα άλλο, εξίσου αποτελεσματικό, το οποίο δεν θα περιόριζε ή θα περιόριζε λιγότερο αισθητά τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη. Πότε ένα μέτρο είναι εξίσου αποτελεσματικό δεν μπορεί να διαπιστωθεί αφηρημένα παρά μόνο in concreto. Δύο εξίσου κατάλληλες επεμβάσεις στο χώρο των ατομικών ελευθεριών, που επιφέρουν την ίδια επιτυχία, μπορεί να έχουν επιβλαβείς επιδράσεις σε διαφορετικούς τομείς. Μόνο όταν προκύπτει, ότι τα μειονεκτήματα του εφαρμοζόμενου μέτρου υπερισχύουν εκείνων, που επιφέρει ένα άλλο μέτρο, πρέπει η εκλεγμένη ρύθμιση να θεωρηθεί ως μη αναγκαία. 
Η αρχή της αναλογικότητας εν στενή έννοια, επιτάσσει, ότι μεταξύ του συγκεκριμένου νομοθετικού ή διοικητικού μέτρου και του επιδιωκόμενου (νομίμου) σκοπού πρέπει να υπάρχει μια εύλογη σχέση. Αυτή η σχέση υπάρχει, όταν το λαμβανόμενο μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, συνεπάγεται κατ’ ένταση και διάρκεια τα λιγότερα δυνατά μειονεκτήματα για τον πολίτη και τέλος όταν τα συνεπαγόμενα μειονεκτήματα δεν υποσκελίζουν τα πλεονεκτήματα. Η αρχή της ελάχιστης δυνατής προσβολής ή του ηπιότερου μέτρου, επιβάλλει στην διοίκηση μεταξύ των περισσότερων δυνατών μέτρων να επιλέγει το ηπιότερο, εκείνο δηλαδή, που θα επιβαρύνει λιγότερο το άτομο και το κοινωνικό σύνολο. Η αρχή του ηπιότερου μέτρου απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου και συνιστά σύνθεση των αρχών της ισότητας και της επιείκειας. 
Η αρχή της αποφυγής των ασύμμετρων ή δυσανάλογων συνεπειών παραπέμπει στην στάθμιση κόστους –οφέλους και εξετάζει την προσφορότητα στη σχέση μέσου και επίτευξης του στόχου. Βάσει αυτής, οι αναμενόμενες δυσμενείς συνέπειες του μέτρου πρέπει συγκρινόμενες με τον επιδιωκόμενο από τον νόμο σκοπό, να τελούν σε αναλογία προς αυτόν. Η απαγόρευση της χρονικής υπερβολής επικεντρώνεται στην διάρκεια των κρατικών ενεργειών. Βάσει αυτής, ένα μέτρο θεωρείται επιτρεπτό για τόσο χρονικό διάστημα, όσο απαιτείται για την επέλευση των νομικών συνεπειών του, μέχρις ότου, δηλαδή επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός ή να γίνει εμφανής η αδυναμία πραγματοποίησης. Στην έννοια της αναλογικότητας εντάσσεται και η έννοια της στάθμισης συμφερόντων, στις περιπτώσεις σύγκρουσης, όταν οι ανώτερες αξίες υπερτερούν και οι κατώτερες αξίες υποχωρούν. 
Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κατ’ αρχήν δέσμευση της νομοθετικής εξουσίας, η οποία κατά την ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων στα πλαίσια των επιταγών του συντάγματος και ιδίως στις περιπτώσεις νομοθετικού περιορισμού της ιδιωτικής και κοινωνικής αυτονομίας, επιβάλλεται να αποφεύγει την θέσπιση δυσανάλογων ρυθμίσεων. Τέλος, ο σεβασμός της αρχή σε αυτό το πρώτο επίπεδο εφαρμογής της, δηλαδή κατά την θέσπιση ενός τυπικού νόμου από τον νομοθέτη, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς δεν διασφαλίζει μόνο την συνταγματικότητα του τυπικού νόμου αλλά προωθεί ταυτόχρονα και την ασφάλεια δικαίου, στο μέτρο, που η στάθμιση του νομοθέτη λειτουργεί ως πρόκριμα για τον in concreto έλεγχο κατά την εφαρμογή του νόμου. Ομοίως από το άρθρο 1 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει η δέσμευση όλων των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας από την αρχή της αναλογικότητας. Είναι σαφές, ότι η σημασία τις αρχής αναδεικνύεται ιδίως στις περιπτώσεις, στις οποίες τα εκτελεστικά όργανα δικαιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις να ενεργούν κατά διακριτική ευχέρεια. Αντίστοιχα, η υποχρέωση σεβασμού της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας σε δικαιοδοτικό επίπεδο προκύπτει σαφώς από τον συνδυασμό των άρθρων 1 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος.
Όπως δέχτηκε και το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπ’ αριθμόν 1975/1991 απόφαση του (Δ Τμήμα), τα μέτρα, που λαμβάνονται για την προστασία της εθνικής οικονομίας δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ.1 Σ) και την προστατευόμενη εκ του Συντάγματος ελευθερία των συλλογικών διαπραγματεύσεων, όταν έχουν χαρακτήρα παροδικό, χρονικά δηλαδή ορισμένο. 

V. Παραμερισμός Ελληνικού Κοινοβουλίου από αντισυνταγματική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου. 
Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου εκδίδονται μόνον «σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου ...», κάτι το οποίο εν προκειμένω προφανώς και δεν ισχύει. [Ειδικότερα οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου ανήκουν στην εξαιρετική και όχι τακτική νομοθετική διαδικασία, διότι εκδίδονται σε έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά στην θεωρία αποκαλούνται ‘εξαιρετικό δίκαιο’ ή ‘δίκαιο της ανάγκης». Η έκδοση των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου προβλέπεται στο Σύνταγμα στο άρθρο 44 §1Σ. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και έκτακτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι δυνατόν να εκδώσει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές πρέπει να υποβληθούν στην Βουλή για κύρωση, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία σαράντα (40) ημερών από την έκδοσή τους, ή αν η Βουλή δεν βρίσκεται σε σύνοδο μέσα σε σαράντα ημέρες από την σύγκλησή της σε σύνοδο. Εάν οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου δεν υποβληθούν στην Βουλή για κύρωση, μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα ή αν δεν κυρωθούν από το Κοινοβούλιο εντός τριών (3) μηνών, τότε παύουν να ισχύουν, όμως μόνο για το μέλλον. Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, παρέχουν την δυνατότητα στην εκτελεστική εξουσία, να εκδίδει κανονιστικές πράξεις, χωρίς την προηγούμενη έκδοση τυπικού νόμου, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει με ταχύτητα και ευελιξία έκτακτες καταστάσεις. Οι πράξεις αυτές έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αν κυρωθούν εκ των υστέρων από την Βουλή αποκτούν μορφή τυπικού νόμου, ενώ η ισχύς τους επεκτείνεται χρονικά]. 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ το καθεστώς της διαθεσιμότητας συνεπάγεται απομάκρυνση του υπαλλήλου από την εργασία του, παράλυση της υπαλληλικής του σχέσης και ισοδυναμεί κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό με μια sui generis απόλυση υπό προθεσμία, άλλως με μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία τυγχάνει προδήλως παράνομη και αντίθετη προς θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις και αρχές και το κοινοτικό ευρωπαϊκό δίκαιο. 
ΗΛΙΑΣ Δ. ΚΟΛΛΥΡΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ - ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 
Διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου Πανεπιστημίου Χαϊδελβέργης Γερμανίας 
LL.M. Διοικητικού Δικαίου Universitaet Heidelberg 
LL.M. Διοικητικού Δικαίου Νομικής Αθηνών 
1ος Υπότροφος Ι.Κ.Υ. (τομέας Δημοσίου Δικαίου, έτη 2002-2007) 
Μέλος της Επιστημονικής Εταιρίας Δημοσιονομικού Δικαίου
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα....